Κλαυσίγελοι Καιάδες

Αποδημώ κλαυσίγελοι Καιάδες.

Φτερουγίζω στο χάος ν’ απαντήσω το κλάμα των μωρών σας.

Εμμετική η επαρσή σας όταν κωφεύετε στο βογγητό των διψασμένων.

Χολή κι αιμοδιψή διπλωματία στάζουν οι λόγοι σας.

Πεπιεσμένος αέρας το βαλάντιό σας.

Εβρά και μνές τα Λουκούλεια γευματά σας, όμως και σεις τη μάνα γή βυζαίνετε.

 

Στον Καιάδα λοιπόν!

Υπάγετε να κοπρίσετε τα γενήματά μας μιάσματα.

 

Ηρθαν πάλι λίαν πρωίαν οι εύφοροι εκ Λακεδαίμονος και κρούν τις ψηφιακές μας θύρες.

Κροκοδείλια δάκρυα, κλαιν τα παιδιά μας· πεινάνε.

Καταθλιπτικοί γέροντες αρνούνται τη ζωή τους.

Η αξιοπρέπεια στις μέρες μας ονομάζεται κατάθλιψη.

Ο Ταύγετος μετακόμισε στα μπαλκόνια μας, στις πλατείες του αίσχους.

 

Αισχροί κλαυσίγελοι καιάδες!

Η πείνα κι η ανεργία μετονομάστηκαν σε αναπηρία.

Η απάνθρωπη συνείδηση, ιδιωτική πρωτοβουλία.

Ο κόσμος σας χάρτινα ανθρωπάκια στους πίνακες του Γαίτη,

σχεδιασμένα κι αποτιμημένα σε εικοσάεβρα νομίσματα.

 

Υπομείονες ριψάσπιδες ποδηγέτες:

Οι Σπαρτιάτες αρίστευαν εις την μάχαν!

 

Κρυπτεία Χρυσαυγιτών:

Τους είλωτες απελευθέρωσεν η ιστορία προ πολλού.

Ο Νίτσε κακοφόρμισε στον οίκο του τρελού.

Μάταια ψάχνετε, ανθρωπόμορφα τέρατα με ουραία πτερύγια.

Μετά το μεσαίωνα ο ανθρώπινος εγκέφαλος δέν εγέννησεν τοιαύτα·

εξόν από σάς!

Ωδή πέμπτη. Των αδέσποτων. (Ωδές στη Λασκαρίνα)

Χρόνια πολλά μάνα!

Ακούς το Μίμη μάνα;

Πώς κατάντησε έτσι;

Γιατί διαρρηγνύει τα ιμάτιά του;

 

Κι η Μαρία; Τη θυμάσαι τη Μαρία μάνα;

“Εδώ Πολυτεχνείο! Εδώ Πολυτεχνείο!”

 

Θεματοφύλακες της Υψηλής Πύλης τώρα μάνα.

 

Πές μου μάνα.

Ποιούς εγέννησεν η μήτρα σου;

Ελεύθερους ή απελεύθερους;

Αιγός Ποταμοί

Πενθέας

Χειρόγραφα μιας ζωής, χρεώγραφα γραμμένα με αίμα των πλανεμένων μου ονείρων

Χρωστάω στον έναν και στον άλλον, όλοι φίλοι· αγαπησιάρηδες και πονηροί.

Σε μένα δεν οφείλει κανείς. Είμαι θνητός.

Τί κόσμος είν’ αυτός, γεμάτος αθανατους;

Μια πόλη.

Την κατοικούν θεοί και ημίθεοι.

 

Εγώ είμαι γιός της Αγάβης κι εγγονός του Κάδμου.

Η μάνα μου, μαινάς. Με κομάτιασε.

Τις σάρκες μου θα βρείτε ψηλά στον Κιθαιρώνα.

Τα κόκαλά μου κλεμένα πεντελικά μάρμαρα.

Γεννήθηκα κατάδικος του Δία.

Η μάνα μου διέδωσε πως Ήτο θνητός. Ο αθάνατος.

Ο Λινναίος τη μεταμόρφωσε σε φυτό.

 

Καημένη μητέρα.

Αγαύη η αμερικανή· π’ όταν ανθίζεις άπαξ στη ζωή σου, αποθνήσκεις. Παραχρήμα.

Μονοκοτυλ-ήδονο που οι θνητοί ονομάζουν Αθάνατο.

Αιώνια τιμωρία της Αγαύης να διαλαλεί:

Αθάνατος!

Κουράστηκα, ολάκερη ζωή, να βαδίζω ανάμεσα σε αθάνατους.

Θέλω να ζήσω παρέα με τους ομοίους μου.

Τους θνητούς “ηττημένους”!

Αποστόλη αδερφέ μου

Εθνικόν Στάδιον Σαπών.

Εγκαίνια υπουργού Αχιλλέως·

λοχαγού του εμφυλίου, αυτόκλητου σωτήρος του έθνους.

“Κάθε πόλις και στάδιο, κάθε χωριό και γυμναστήριο”.

Πολλούς σταδίους μακράν των Αθηνών,

απαντήσας στρατιώτην του, αναφώνησε:

“Σε είδα, σε γνώρισα και σε θυμήθηκα!”

 

 

Υιέ του στρατιώτη.

Είχες αδυναμία στα μέσπιλα. Και δή στα Γερμανικά.

Ονειρευόσουν Γιαπωνέζα και γώ Σουηδέζα.

Τις αποκτήσαμε· με τέσσερις τροχούς.

Τη δική σου λένε Τογιότα, τη δική μου Βολβάρα. (εξ’ ού καί κωλάρα.)

 

Στη μπάντα του Δήμου ήσουν σαλπιγκτής.

Σάλπισες την πτώση της χούντας.

Δέν πρόλαβες να την υμνήσεις.

Τό ‘χες παράπονο και γώ σού ‘λεγα πόσο ήσουν τυχερός!

Έγινες κομμουνιστής.

Έβαλα και γώ το χεράκι μου.

 

Όμως συνάντησες και σύ το Φρόυντ τώρα που πενηντάρισες.

Στη σκιά της Mespilus germanica σαλπίζεις χρώματα Χρυσά· της Αυγής!

 

Υιέ του στρατιώτη!

Σε είδα, τρόμαξα να σε γνωρίσω, αλλιώς σε θυμόμουν!

 

Θάλεια

Αχ νιάτα νιάτα !

Να βαδίζω ελεύθερος, παρέα με σένα μαυρομαλλούσα μούσα.

Τα κόκκινά σου χείλη να γεύομαι, αυτά που οι γόνοι χρωμάτισαν μ’ ερυθρό του μεθυλίου.

Να σφίγγω τ’ απαλά σου χεράκια με τη βελούδινη αφή, όπως η Άρτεμις πρόσταξε στη γαστέρα της μάνας σου.

Μια σταγόνα αίματος αρκεί να λαμπαδιάσει η ψυχή μου να γίνει φωτιά, φλογερή στην κορφή του Ίσμαρου

 

Αχ νιάτα νιάτα!

Εκεί στους πετρόδρομους της Μεσημβρίας μέσα στις ρεματιές όπου θορυβούν τ’ αηδόνια με το ξωτικό τους κελάηδημα.

Πλάι στα βατόμουρα, στα μυριάδες μυρωδικά που τ’ άρωμά τους σβήνει στην πρόσκρουση των βουβών κυματισμών.

Να πεταρίζουν τα βλέφαρα ορώντας τα πουπουλένια τρυγόνια που προσπαθούν το παρθενικό τους φτερούγισμα.

 

Εκεί εκεί.

Γερά με τα γέρικά μου χέρια πια, να σφίξω τη μεσούλα σου π’ όταν λικνίζεται στο χορό της νιότης με μαγεύει.

Ν’ αγγίξω τα χείλη σου να ρουφήξω το νέκταρ του δενδρολίβανου που πηγάζει στο στόμα σου.

 

Αχ αχ αχ!

Καρυδότσουφλο να χορεύεις στον αέρα με τη φυγόκεντρο, παρέα τα ψαροπούλια· παπιά και κοτσύφια να με ζηλεύουν.

Κι όταν ζαλιστώ στριφογυρίζοντας στις πνοές της Αύρας και του Μπάτη, χαμαί να πέσουμε να κυλιστούμε, να γενούμε χώμα και νερό να σπάσουμε το λήθαργο του έρωτα, σπόροι σταριού να καρπίσουν να θρέψουμε όλη την πλάση με την αγάπη μας.

 

Αχ νιάτα νιάτα!

Ήμουν τίμιος και παστρικός.

Ετσι θαρρούσα.

Κι έχασα τις μυρωδιές, την πρωινή δροσοσταλιά, το ταξίδι τ’ Οδυσσέα,

το μεθύσι του στις παραλίες της Ισμάρας, των Πετρωτών της Μεσημβρίας.

Ονειρεύομαι τώρα το παρελθόν, τόση πεζοπορία στους λόφους της ζωής, πλήγιασα ο έρμος, τσαπουρνιές παντού.

Δίπλα μου καρδιοχτύπαγ’ ο έρωτας, μ’ ακολουθούσε απ’ τούς μύλους της Μέστης παρέα με τις μούσες κι εγώ,

δέν έστρεψα το βλέμμα μου να δώ.

Κι άν πείς, παρωπίδες δέν έδεναν τα ματάκια μου.

 

Αχ νιάτα μου! Αχ.

Δέ λυπάμαι.

Δέν οικτίρω το φόβο.

Εκείνες οι λυγαριές θα φταίνε.

Φύτρωναν ψηλωμένες κι εσύ βάδιζες πλάι τους.

Τις έβλεπα να χορεύουν κι έλεγα:

-Ο Αίολος θά ‘ναι. Ο άνεμος που πνέει απ’ τό Σαό της Σαμοθράκης.

Αγέρας ήσουν γλυκιά μου Θάλεια.

Αγέρι δροσιό που με δρόσιζε σύγκορμο στα εφηβικά μου χρόνια.

Καλώς όρισες νυφάδα.

Σε θωρώ.

Τώρα δα· στα όνειρά μου.

Χαψιάδης ο Κοίλων

Άρατε πύλας. Άρατε!

Άρατε πύλας Κοίλων.

Είς κάτοικος·

Χαψιάδης ο Κοίλων.

 

Εν Πάτραις κατελθών,

εκ Κοίλων κατρακυλών

εν Αθήναις εξωκοίλων.

Πένης αλλά Κύλων!

 

Εκ δεξιών ή Πένης εξ ευωνύμων;

Κερδίσας την βασιλείαν των Ουρανών

ή των επωνύμων;

 

-Βαραβάν! Βαραβάν!

 

Βαραβάς των επωνύμων,

Θεός των ευωνύμων!

 

Φίλος των Λευτεριστών.

Στηθαίο των Νταλαριστών.

Οι “ντυμένοι φίλοι” δήλωσαν:

 

-Απών!

 

Έξεστιν Κλαζομενίοις ασχημονείν(Es ist ihre Gewohnheit, dass die Clazomenae ein unangemessenes Verhalten zeigen)

«ΈξεστινΚλαζομενίοις ασχημονείν»

Es ist ihre Gewohnheit,dass die Clazomenae ein unangemessenes Verhalten zeigen.

Κλαίω μάνα μ’, δέν έχω δάκρυα.

Ich weine, meine Mutter, ich habe keine Tränen.

Ευτυχώς την Βαρβαρικήν δέ μού ‘μαθες να ομιλώ· δέν τους καταλαβαίνω.

Glücklicherweise hast du mich die fremde Sprache nicht zum Sprechen gelehrt; ich verstehe sie nicht.

Να πάρω το σφυρί του πατέρα να τους ανοίξω τα κεφάλια να δώ· τί έχουν μέσα;

Soll ich den Hammer meines Vaters nehmen, um ihre Köpfe zu öffnen und zu sehen, was sie darin haben?

Κότσαλα έχουν και θέλουν να γεμίσουν τις άδειες στέρνες μας με αίμα;

Haben sie Stängeln und wollen, dass sie die leeren Tränken mit Blut füllen?

Τόσα χρόνια γυρόφερνα στα χωράφια τα πότιζα με γνώσεις

Für so viele Jahren hing ich in die Wiesen herum, ich goß sie mit Kentnissen

κι αυτά μου χαμογελούσαν, ανθίζοντας και καρπίζοντας.

und sie, blühend und Früchte tragend, lachelten mir

Τώρα να ξεσπιτωθώ, όπως και σύ μάνα μ’ και πού να πάω;

Jetzt soll ich aus dem Haus ziehen, wie du auch, meine Mutter, aber wohin soll ich gehen?

Στις Κλαζομενές να πάω;

Soll ich nach Clazomenae fahren?

Ήρθαν μιάν αυγή τα παιδιά της πόλης αυτής

Die Kinder dieser Stadt kamen bei einem Tagesanbruch an

γκρέμισαν τα σπίτια μας,

sie rissen unsere Häuser ab,

στα πηγάδια έτρεξαν οι φλέβες μας,

in den Brunnen rannten unsere Venen,

μαύρισαν οι ψυχές μας.

unsere Seelen wurden ganz traurig.

Ξαναχτίσαμε.

Wir bauten wieder auf.

Τα σπίτια μας θέλουν πάλι· φορτωμένοι με δανεικό χρυσάφι.

Sie wollen unsere Häuser wieder; sie sind geladen mit geliehenem Gold.

Και πού να πάω μάνα μ’;

Und wohin soll ich fahren, meine Mutter?

Στις Κλαζομενές να πάω;

Soll ich nach Clazomenae fahren?

Έξεστιν Κλαζομενίοις ασχημονείν.

Es ist ihre Gewohnheit,dass die Clazomenae ein unangemessenes Verhalten zeigen.

Τί απόγιναν εκείνοι οι Σπαρτιάτες με το Λεωνίδα;

Was ist aus diesen Spartiaten von Leonidas geworden?

Οι Πέρσες, οι Εφιάλτες, όλοι εδώ. Στις Θερμοπύλες!

Die Persen, die Ephialten, alle hier. In Thermopylen!

Θα πάω να τους βρώ.

Ich werde sie finden.

Εκεί θα πάω μάνα μ’!

Dorthin werde ich gehen, meine Mutter!

Στη Σπάρτη θα πάω.

Ich werde zu Sparta gehen.

Απόδοση στα Γερμανικά: Λίλιαν Ψύλλα

Ubersetzung auf Deutsch: Lilian Psylla


Ο φόβος του Ομήρου Β´

Ώ μούσα!

Έναν όρμο αποζητάς να δέσεις στη γαλήνη,

μια δροσερή πηγή

να ξεδιψάσει η βασανισμένη σου ψυχή,

το διψασμένο σου κορμί.

Όταν γεννήθηκες,

σε ζήλεψεν η Ήρα, φοβήθηκαν οι Μοίρες!

Τώρα που έζησες τη μοίρα,

κατέπλευσαν οι Μούσες

να σου ψάλλουν αρχαία παραμύθια:

 

Πως τάχα πέρασε ο Κανένας από τ’ αρχαίο λιμάνι

και στη Μάκρη τύφλωσε τον Κύκλωπα.

Ηταν τύφλα στο μεθύσι, δέν έβλεπε ομπρός του

κι όταν τον ρώτησε ο Ομηρος:

-Ποιός άνεμος Δυσσέα στη Μεσημβρία σ’ έβγαλε;

εκείνος αποκρίθη:

 

-Μέθυσα με τ’ αθάνατο κρασί του Εικοσιένα·

μ’ εκέρασεν ο Γκούρας, εις υγείαν του Κανένα.

Μ’ εκείνον τον κορμό ελιάς ποιόν τυφλωσα;

Τον γίγαντα Πολύφημο ή τον πανούργο εμένα;

 

Τυφλωμένος από μίσος για τους μνηστήρες,

τα μάτια της Ιθάκης μου ο δόλιος πύρωσα.

 

-Μα τόσο εύπιστος και συ πολύτροπε Δυσσέα

φοβάμαι μην τη μούσα απαντήσεις,σε πλανέψει,

μην η Κλωθώ κι η Λάχεση στο κουβάρι του Ατρέα,

όρισαν:

“Γραφή να τη φέρει στη ζωή, Ρώμη να την κλέψει”.

Ο φόβος του Ομήρου

Ώ μούσα!

Ένα λιμάνι αποζητάς όπως ξέμπαρκοι πολλοί·

ή μια δροσερή πηγή

να ξεδιψάσει η βασανισμένη σου ψυχή·

το διψασμένο σου κορμί.

 

Όταν γεννήθηκες,

η Ήρα είχε κέφια.

Οι Μοίρες ήταν κατσούφες.

Τώρα όμως, σκοτώσαμε τη μοίρα

και μείνανε οι Μούσες

να σου ψάλλουν αρχαία παραμύθια:

 

Πως τάχα πέρασε ο Κανένας από τ’ αρχαίο λιμανι

και στη Μάκρη τύφλωσε τον Κύκλωπα.

Ηταν τύφλα στο μεθύσι και δέ θωρούσε μπρός του.

Κι όταν τον ρώτησε ο Ομηρος:

-Ποιός άνεμος Δυσσέα στη Μεσημβρία σ’ έβγαλε;

εκείνος αποκρίθη:

 

-Μέθυσα με τ’ αθάνατο κρασί του Εικοσιένα·

με κέρασε ο Μάρων, εις υγείαν του Κανένα.

Μ’ εκείνον τον κορμό ελιάς ποιόν τυφλωσα;

Τον γίγαντα Πολύφημο ή τον κερατά εμένα;

 

Τυφλωμένος από μίσος για τους μνηστήρες,

(πώς τό ‘μαθε εφόσον κινητά δέν ήταν τότε;)

τα μάτια της ψυχής μου ο δόλιος πύρωσα.

 

-Μα τόσο άπιστος και συ πολύτροπε Δυσσέα

φοβάμαι μην τη μούσα απαντήσεις και πλανέψεις,

μην η Κλωθώ κι η Λάχεση στο κουβάρι του Ατρέα,

όρισαν:

“Γραφή να τη φέρει στη ζωή, ρώμη να την κλέψει”.

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.