Ρίζες-Το ψωμί της ξενιτιάς

Ορέγομαι!
Πάσχα, χούντα, αρνιά στη σειρά.
Σούβλες, ούζο, ρετσίνα, κόκκινα κρασιά.
Έφηβοι ξαπλωμένοι, κοιμισμένοι,
με μια ρετσίνα στο χέρι, μεθυσμένοι,
κάτ’ απ’ τα πεύκα του μικρού σχολειού
μπολιασμένοι με το σαράκι του φευγιού.

Το δάσκαλο με τη βίτσα στην έδρα,
ένας μαθητής την έκοψε απ’ τα δέντρα.
Και συ παιδάκι της μικρής νιότης,
προοιωνίζεσαι να γίνεις γερός πότης.
Τα δηλητήρια της ζωής αχόρταγα να πίνεις,
στις χαρές των άλλων σημασία να μη δίνεις.

-Πού ‘ναι η χαρά σου μικρό μου αγόρι;
-Τα τρένα την έκλεψαν την πήραν με το ζόρι.
Στα ξένα την έστειλαν, ως τη Γερμανία,
-Και συ έμεινες μονάχο να κλαις στου Σιβιτανίδη τα θρανία!

Τις γιορτές τις αργίες, τις Κυριακές,
όταν έστρωνε το τραπέζι στη σάλα,
παρέα με την αδερφή σου έτρωγες.
Εσύ ήσουν ψηλός, κι εκείνη μια στάλα.

Οι θείοι τα ξαδέρφια, όλοι μαζι,
απόγιομα πηγαίνατε στο μαγαζί.
Έσφυζε η πλατεία, νιότη, ζωή,
όμως η τύχη σου μόνη της περπατεί.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: