Δάκρυ του βυθού

Ω λυγμέ των ουρανών!
Ω μήτρα των δακρύων!
Ω γη των στεναγμών!
Ω ανάγκη των καιρών!

Πώς σκοτείνιασε στο έωλο κορμί μου;
Πώς ξεδόντιασε το πάθος την ψυχή μου;
Πώς ο έρωτας μου σβήνει την πνοή μου;
Πώς αρνήθηκε ο ήλιος να κινήσει,
το θρήνο της αγάπης να φωτίσει,
το δάκρυ την εικόνα να ευλογήσει!
Φιλί καυτό, αλλαργινό, τα ονείρατά μου να θερίσει.

Πώς κλαις απόψε περδικούλα μ’;
Σύρε στη μάνα μ’ να τη δεις.
Πως κλαίω, δε θέλω να της πεις.
Πως βήχω, πες της μοναχά,
ξερνάω νομίσματα χρυσά.
Πολλά λεφτά! Πολλά λεφτά!
Τα τζιέρια μ’ είναι ορφανά.

Λέω να σε δω στη θάλασσα.
Ζωή μου πώς σε χάλασα;
Σ’ έστειλα μόνη να πνιγείς
στην κολυμβήθρα της σιγής,
στην κόλαση της ουτοπίας,
στον ποταμό της αδικίας.

Στο ρέμα αυτού του ταξιδιού,
στο τέλμα τούτου του βυθού,
χάθηκα μάνα μ’. Γιατί; Γιατί;

Πώς δέθηκα έτσι, με σχοινί;
Αόρατο μεταξωτό πανί
κλείνει τα μάτια μ’ την αυγή.
Ο ήλιος, ποτέ δε θα φανεί
να ξημερώσει άλλο πρωί.

Λέω ν’ ανέβω στον Αητό,
να δω από κει τον πελαργό,
να του μιλήσω να του πω,
να πλαταγίσει τα φτερά του.
Ρεύμα να κάνει να χαθώ,
στο λυπημένο ουρανό,
στον Ίσμαρο να μαραθώ,
στη λάσπη του βάλτου, να ταφώ.

Κι όταν η λάσπη ξεραθεί,
το σώμα μ’, μούμια να γενεί,
να εγκλωβίσει την ψυχή,
στον κόσμο να μή ματαβγεί,
τον ήλιο να μήν ξαναδεί.
Γιατί ‘ναι ψυχούλα και πονεί.
Κλαίει μάνα μ’. Γιατί; Γιατί;

Πού ‘ναι αυτή η αστροφεγγιά;
Πού είστε; Μάρθα! Λεμονιά!
Της Πέτρας κατάφυτη ματιά!
Λυγερά κορίτσια του χορού!
Μεγάλες νύχτες του λιμού!
Πρησμένα μάγουλα, πυρετός,
μπαλντράμια, λάδι, αναπαμός.

Φεύγει η ζωή και πάει. Πού πάει;
Ο χρόνος τις μέρες μου μετράει.
Γιατί μετράει; Χαμένος χρόνος. Σκοτεινιά.
Κλάμα με σέρνει, δάκρυ με τραβά,
στο Κρί. Στης φυλλωσιάς τη λησμονιά.

Γυρνάω παντέρμος, μοναχός.
Βαδίζω στους δρόμους, ορφανός.
Πείνα από αγάπη και στοργή
μέσ’ στων ανέμων την οργή,
στο παζάρι μεσ’ στην οχλοβοή.
Κλαίω μάνα μ’. Γιατί; Γιατί;

Γιατί δεν έχω αναπαμό;
Σ’ ένα πυθάρι να κλειστώ;
Δέν έχω μάθει ν’ αγαπώ;
Σ’ ένα λιμάνι να σιγήσω,
την καρδιά μου να βυθίσω
σ’ ένα δωμάτιο φωτεινό,
παρέα μ’ έν’ αστέρι στο βυθό.

Δε θέλω χέρι να την αγγίζει,
μήτε γιατρό να τη φροντίζει.
Μόν’ θέλω να βουτάς μεσ’ στο νερό
καθημερνά. Να της λες :
Σ’ αγαπώ! Σ’ αγαπώ!

Κι αυτή, να σου ψιθυρίζει:
Σ’ αγαπώ! Σ’ αγαπώ!
Μούσα γιατί; Μ’ άφησες να χαθώ,
να χαθ, να χα, να χ, να, ν……………

Advertisements

2 Σχόλια

  1. Φοβερό!!!

    Μου αρέσει!

    Απάντηση

  2. Posted by anastasia grammatea on 18/08/2011 at 7:44 μμ

    Συγκλονιστικο.

    Μου αρέσει!

    Απάντηση

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: