Ο χάρτης

Μαντεμένιο αστέρι, βυθίστηκες

στην άβυσσο τ’ ουρανού, καθότι ζαλίστηκες,

με τ’ άλλα σου αδέρφια ‘πως έστεκες,

κι ιστορίες αγάπης τους έλεγες.

 

Πνίγηκες στον κόλπο του Σαρωνικού. 

Ξέβρασες στις ακτές του Θρακικού.

Κι από τότε ψηλά δε ματαφάνηκες,

στη θράκα μου, ικέτιδα, την ψυχή σου άφηκες.

 

Παρέα ήμουν με τον Κανένα.

Κρασί πίναμε, μασαλιάζαμε για τα Ξένα.

Μύδια ψήναμε στην πυροστιά,

το Φήμιο ακούγαμε,να άδει κάποια πενιά. 

 

Τον ουρανό κοιτάγαμε κι οι δύο μαγεμένοι.

Εσένα βλέπαμε να ‘ρχεσαι φλογισμένη.

Αστέρι, λαμπάδιασες στο βραδινό ουρανό,

κάρβουνο, σβήστηκες στο πέλαος το βουβό. 

 

Αστέρι μου πώς κατάντησες!

Πώς έτσι, απ’ τη ντροπή ξελογιάστηκες;

Γλυκιά μου ατθίδα δε μ’ άκουσες,

και στη στέρνα μου τώρα παράκρουσες,

με πάθος, στο βάλτο μπαντάκωσες. 

 

Τι μύδρους! Τι παραμύθια!

Την ψευδαίσθηση διάβαζες ως αλήθεια.

Ζωγραφισμένο αστέρι στο χάρτη,

σβησμένο απ’ το Μάρτη, το γδάρτη.

 

Δέ διακρίνω το σχήμα σου.

Ξώμεινε μόνο το πείσμα σου,

ντυμένο με την αφέλειά σου,

στα Επιφάνια τής καρδιάς σου.

 

Ήσουν μια ηλιακτίνα,

που ω! Θάμπωσε έναν κηφήνα.

Σ’ έχτισαν με πανάρχαια κάλλη,

που γκρέμισε, το φύσημα του Βαρδάρη.

 

Φτηνά, τα στολίδια στο μπακάλη,

ακριβά, τα παιχνίδια στην Αμφιάλη.

Στις πίστες, μόνη, χόρευες πεντοζάλη,

σφηνάκια έπινες, από νοθευμένη φιάλη. 

 

Είσαι τώρα, του χάρτη υπόμνημα,

της ζωής μου, εσκεμμένο ατόπημα.

Πώς ηρθες; Πώς πέρασες;

Τί κι αν το σώμα μου έρασες;

Τί κι αν το νου μου τον γέρασες;

Μόνο δάκρυ και πόνο με κέρασες.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: