Παρέα με τον Κανένα

Τώρα που φεύγεις απ’ τη Νιό,

φέρε στις χούφτες σου να πιώ,

αλμυρό νερό, θαλασσινό.

 

Όταν θα βλέπεις τα εσκαμένα

όπως ορίζεις, τα χτισμένα,

φέρε να πιω στο στόμα σου

ιδρώτα απ’ τό σώμα σου.

 

Όταν στο πλοίο θ’ ανεβείς

αι αμέριμνη θ’ αναπολείς

της ´Ιου τις ανατολές,

φέρε να πιω απ’ τά μάτια σου

φωτιά απ’ τά γινάτια σου.

 

Όταν το αίωλο αγαπάς,

τα όνειρα στον άνεμο σκορπάς,

φέρε να πιω απ’ τή σκέψη σου

κρασί, από τη στέψη σου.

 

Όταν στον Πάτροκλο θε νά ‘σαι

κι εμένα μόνο θα θυμάσαι,

θα σε περιμένει στο λιμάνι

μ’ αγωνία, ένα χαιβάνι.

Με τ’ όνομα Κανένας

κι ένα γλυκό κρασί, πάλι «Κανένας».

 

Μην κλαίς γι’ αυτό και μη λυπάσαι.

Εκεί στον Ίσμαρο που θά ‘σαι,

πάλι, με τον Κανένα θα κοιμάσαι.

 

 

 


Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: