Στην Ελενη Τσολάκη

Ήταν ο χρόνος δύσκολος, θρασύς, αλύπητος, οχτρός.

Τη μια σκοτάδι με κερνούσε, την άλλη πονεμένο φώς.

Μπλεγμένοι δρόμοι του μυαλού μου, αδυσώπητη οργή

των αγγελικών ταγμάτων, λεκιασμένη μου περγαμηνή.

 

Ποιάν αγαπούσα άραγες; Αυτή την Άμπωτη, ή την εξάρτηση;

Παλίρροια της ψυχής μου, του χρόνου μου εικονική παράκαμψη.

Εγέρθηκα. Με παρέσυραν οι τύψεις μου στον Υμηττό,

οπού ‘ψάχνα να εντοπίσω του βάλτου μου τον πελαργό.

 

Μάταια. Χωματόδρομοι, πουρνάρια, ήταν άλλα τα πουλιά.

Σε ξένους τόπους βρέθηκα, έζησα με το άγνωστο αγκαλιά.

Δεν είδα το φεγγάρι, το πέταγμα της νυχτερίδας δεν το θώρησα.

Μόνον Ερινυίες και Σειρήνες, εφόσον μ’ αυτές τη ζωή μου καθόρισα.

 

Οδοιπόρος μονάχος και κιοτής. Φίλοι πολλοί. Λάκισαν όμως αυτοί.

Ήρθαν ξωτικά πουλιά, που τα μάτια μου στον κόσμο δεν είχαν ματαδεί.

Χρόνια τριγύρω μου πετούσαν, δε γροίκαε η ψυχή μου πως λαλούσαν.

Χρώματα πολλά, κόκκινα και θαλασσιά, λευκόπετρα κοσμήματα κεντούσαν.

 

Καθώς οδοιπορούσα σε μια κατηφοριά στους πρόποδες του Υμηττού

αντίκρυσα μια πόρτα φωτεινή, πνιγμένη στα γεράνια. Μυρωδιά βασιλικού. Παντού.

Έκρουσα τη θύρα του σπιτιού, ήταν ορθάνοιχτη, νοματαίοι καρτερούσαν.

Πατέρας, μάνα, δυό αδερφές, όμματα στοργικά, μ’ αγάπη με κοιτούσαν.

 

Εκεί που χρόνια έμνησκα, φύσαγαν άνεμοι πολλοί, βοριάδες και αγιάζι,

εδώ που τώρα βρέθηκα, μόνον αγγέλους απαντώ.

Γιά ιδές πώς η ζωή προστάζει!

Λεμονιές, πορτοκαλλιές, ροδιές, τριανταφυλλιές, πόρτες πολλές και όλες ανοιχτές!

Να μπω, ν’ αλώσω το μυαλό μου, ν’ αφουγκραστώ το θυμικό μου, να γιάνουν οι πληγές.

 

Αντίς γι αυτό, έπρεπε το Γολγοθά μου να διαβώ, που ζούσε στο νιονιό μου το στραβό.

Βόγγαε η ψυχή μου, ξέρναγε το κορμί μου, χολή έπινα πικρή, γεύση στυφή, στόμα στεγνό.

Όνειρα θολά, θολερή ζωή, κρύα καρδιά, θαλπωρή που στροβίλιζε στον ανόητο άνεμο,

πότε στα βράχια του Υμηττού, πότε στου Ίσμαρου τις πλαγιές, πότε στο νου μου τον άτιμο.

 

Κι ήσουν εσύ, δεκάχρονο παιδί, που μού σφιγγες το χέρι, φέγγισμα της ψυχής μου.

Κουράγιο μού ‘μαθες, να πλάθω την ψυχή μου σε σχέδιο πυγμής,αστροφεγγιά της ζωής μου.

Άχραντη, αμόλυντη, άφθαρτη, επαγγέλουσα μούσες κι αγγέλους, αγίασμα της πληγής μου.

Και γίνηκε μάζωξη θεών, Χερουβειμ, Σεραφείμ, βυζαντινών μελωδών να σου ψάλλουν:

 

-Χαίρε Ελένη Τσολάκη!

 

Νάμα της ύπαρξής μου.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: