Ρίζες-Αγροτική ζωή

Ορέγομαι.

Τους Τσιγγάνους,τα καραβάνια.

Τα καλαμένια πανέρια.Τα καλάθια.

Τις κυψέλες από ξύλο λυγαριάς.

Το μάζεμα του καπνού,τα κοφίνια.

Μυξιάρικα παιδάκια,ξυπόλυτα

στη σκόνη του χωματόδρομου,χαμίνια.

 

Ορέγομαι.

Τα καγκάλια,κρεμασμένα στα τσιγκέλια.

Τα παστάλια,με σακορράφες ραμμένα.

Τον παππού μου δίπλα στο τζάκι,

να κόβει τον καπνό στο σκαμνάκι.

Παχύ μουστάκι,κίτρινο απ’ τη νικοτίνη

κι η πρέφα στο καφενείο να παίρνει να δίνει.

 

Ορέγομαι.

Τις τύχες,τις γκοφρέτες,τις τουλούμπες.

κερδισμένα στο τάβλι,στα χαρτιά,

στα χωράφια,στα γελάδια,στα σπαρτά.

 

Σκάριζα τα γελάδια στ’ αλτσάκια,

με τις φκέντρες,τον κάτ στα τσαίρια,

γκατζόλια να τρων τσακίρια στα μπαίρια.

Μαύρα χώματα,γενήματα  ανάρια.

 

Έκαιγε ο ήλιος το μεσημέρι,

τα μαντήλια καπέλλα,αλλο λημέρι.

Αναχάραζαν τα ζώα σε σκιερά μέρη.

Οπτασία ,αντηλιά,στεγνό στόμα,μιλιά.

Άδεια παγούρια,δίψα,ταπεινή περπατησιά.

Στης ζωής το φυτίλι,δεκάχρονα παιδιά.

 

Στα τσαλιά,κρυμένοι λαγοί και πουλιά.

Καρποί στυφοί,πλακουτσωτοί,πράσινοι.Νοστιμιά.

 

Ορέγομαι.

Το ξύλινο γεφυράκι,στο μοναστηράκι.

Φτιαγμένο απο κορμούς,αιώνιο μεράκι.

Παιδικές φωνές,άριες μελωδικών νερών.

Νανούρισμα των μικρούτσικων πουλιών.

Σημάδευα τσιροπούλια στα καραγάτσια,

με λάστιχα,απ’ το παζάρι στις Σαπες.

Ήξερα σημάδι καλό,»στο φτερό».

 

Νίκο!Θυμάσαι μια μέρα στα καλάμια τί μού ‘πες;

-Παιδικέ μου φίλε:

Χέρι σταθερό.Βάρα στο ψαχνό!

Σημάδευα σωστά,όλο κηνυγούσα,

το στόχο που έβαζα,πάντα καταχτούσα.

 

Ορέγομαι!

Τα μαύρα της γελαστά μάτια.

Βαμμένα με κατράμι τα μαλλιά της.

Τα κόκκινα εφηβικά μάγουλά της.

Το άγουρο κι άτσαλο μεστό φιλί της.

Τη μαύρη ελιά στην κόγχη των χειλιών της.

 

Τη μέρα που αποχαιρετηθήκαμε στο λιμάνι,

δώσαμε όρκους κι υποσχέσεις.

Χορέψαμε συρτάκι στην προκυμαία,

μου είπες σ’ αγαπω,και γω:

 

-Δαναίδα,γλυκιά μου τσιγγάνα!

Εσύ θα βολοδέρνεις στους πέντε ανέμους.

Εγώ θα σε περιμένω να ‘ρθείς στο λιμάνι,

σε απάνεμους τόπους και δρόμους,

Πίσω από το φράγμα του λιμανιού.

Κει που σκάνε τα κύματα του χαμού.

 

Από τότε κάθε χρόνο σ’ έψαχνα στο ίδιο μέρος.

Ίδια μέρα,γιορτή του κρασιού.

Χρόνια έπινα το κρασί μόνος.

Παρέα η απουσία σου,και η σκιά σου.

 

Θυμάσαι που περπατάγαμε,αγκαλιασμένοι,

γλυκό κρασί πίναμε,ερωτευμένοι,

τον πόθο μας σβήναμε,κι οι δυο μεθυσμένοι.

 

Θυμάμαι τη γιαγιά σου,τη λυγερή τσιγγάνα.

Πόσο μ’ αγάπαγε,τη φώναζα μάνα.

Το νερό που με κέρναγε,οινόπνευμα από κεράσια,

εμείς οι δυο μού ‘λεγε,είμαστε καρντάσια.

 

Μέχρι που κουράστηκα να σε περιμένω.

μ’ έκαιγε στα σωθικά να σε προσμένω,

μιας τσιγγάνας την αγάπη ν ανασταίνω.

 

Θυμάσαι στη Σαλονίκη,πάνω στο τρένο;

αναμνήσεις φέρνω στο νου κι ανασαίνω.

Εσένα να σκέφτομαι ποτέ δε χορταίνω.

 

 

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: