Archive for Φεβρουαρίου 2012

Αιγός Ποταμοί

Στην Αθανασία Γιασουμή

 

Μιάν ανάσα απ’ τό τίποτα, δυό βήματα απ’ τό πουθενά.

Βάστα λίγο ακόμα και φτάσαμε.

Ο δρόμος που πήραμε ήταν αψύς, φαρδύς γεμάτος έμβολα νηών.

Στην άβυσσο χαθήκαμε ψάχνοντες το θησαυρό του Θουκιδίδη.

Σβηστήκαμε στο λήθαργο των προγονικών αναμνήσεων.

 

Ήμουν και γώ ναύτης στους Αιγός Ποταμούς.

Ο Λύσσανδρος μού ‘κοψε το δεξί χέρι· έκτοτε σκέφτομαι με τ’ αριστερό.

Μόνο που δέ μπορώ να ξαναπάρω τ’ όπλο μου· μόνον ασπίδα μπορώ να κρατώ.

Ημουν παληκάρι. Ευθυτενής κι αρματωμένος μ’ ορμή και ψυχή.

 

Τις τριήρεις μας ναυπηγήσαμε «ιδίω καμάτω».

Πληρώσαμε μνές και δραχμές.

Οι Μηδίζοντες δανείστηκαν τριάντα χρυσά τάλαντα.

Μας νίκησαν.

Πάλι κωφεύσαμε στις φωνές του Αλκιβιάδη.

 

Αιώνες τώρα περπατώ στις αποικίες μας στη Θράκη αναζητώντας το δεξί μου χέρι.

Τάφοι συλημένοι.

Πόλεις θαμένες στην άμμο και στη λάσπη.

Ανασκάβω το μελάνι της ιστορίας.

Την έγραψε στο χώμα το μελανιασμένο μου άκρο.

 

Χάθηκες πατρίδα μου.

Βυθίστηκες στους Αιγός ποταμούς.

Τ’ όπλο σου ποτέ δέ θα πάρεις πιά.

Όμως η σκέψη σου θα φέγγει τα πενιχρά βήματά μου!

 

Ε. Κ. Γιαννελάκης.

 

 

Έξεστιν Κλαζομενίοις ασχημονείν

Κλαίω μάνα μ’, δέν έχω δάκρυα.

Ευτυχώς την Βαρβαρικήν δέ μού ‘μαθες να ομιλώ· δέν τους καταλαβαίνω.

Να πάρω το σφυρί του πατέρα να τους ανοίξω τα κεφάλια να δώ· τί έχουν μέσα;

Κότσαλα έχουν και θέλουν να γεμίσουν τις άδειες στέρνες μας με αίμα;

 

Τόσα χρόνια γυρόφερνα στα χωράφια τα πότιζα με γνώσεις

κι αυτά μου χαμογελούσαν, ανθίζοντας και καρπίζοντας.

Τώρα να ξεσπιτωθώ, όπως και σύ μάνα μ’ και πού να πάω;

Στις Κλαζομενές να πάω;

 

Ήρθαν μιάν αυγή τα παιδιά της πόλης αυτής

γκρέμισαν τα σπίτια μας,

στα πηγάδια έτρεξαν οι φλέβες μας,

μαύρισαν οι ψυχές μας.

Ξαναχτίσαμε.

Τα σπίτια μας θέλουν πάλι· φορτωμένοι με δανεικό χρυσάφι.

Και πού να πάω μάνα μ’;

Στις Κλαζομενές να πάω;

 

«Έξεστιν Κλαζομενίοις ασχημονείν».

 

Τί απόγιναν εκείνοι οι Σπαρτιάτες του Λεωνίδα;

Οι Πέρσες, οι Εφιάλτες, όλοι εδώ. Στις Θερμοπύλες!

Θα πάω να τους βρώ.

Εκεί θα πάω μάνα μ’!

 

Στη Σπάρτη θα πάω.

 

Ε. Κ. Γιαννελάκης.

Γιορτή του κρασιού

Ορέγομαι!

Τα μαύρα της γελαστά μάτια.

Βαμμένα με κατράμι τα μαλλιά της.

Τα κόκκινα εφηβικά μάγουλά της.

Το άγουρο κι άτσαλο μεστό φιλί της.

Τη μαύρη ελιά στην κόγχη των χειλιών της.

 

Τη μέρα που αποχαιρετηθήκαμε στο λιμάνι,

δώσαμε όρκους κι υποσχέσεις.

Χορέψαμε συρτάκι στην προκυμαία,

μου είπες σ’ αγαπω,και γω:

 

-Δαναίδα,γλυκιά μου τσιγγάνα!

Εσύ θα βολοδέρνεις στους πέντε ανέμους.

Εγώ θα σε περιμένω να ‘ρθείς στο λιμάνι,

σε απάνεμους τόπους και δρόμους,

Πίσω από το φράγμα του λιμανιού.

Κει που σκάνε τα κύματα του χαμού.

 

Από τότε κάθε χρόνο σ’ έψαχνα στο ίδιο μέρος.

Ίδια μέρα,γιορτή του κρασιού.

Χρόνια έπινα το κρασί μόνος.

Παρέα η απουσία σου,και η σκιά σου.

 

Θυμάσαι που περπατάγαμε,αγκαλιασμένοι,

γλυκό κρασί πίναμε,ερωτευμένοι,

τον πόθο μας σβήναμε,κι οι δυο μεθυσμένοι.

 

Θυμάμαι τη γιαγιά σου,τη λυγερή τσιγγάνα.

Πόσο μ’ αγάπαγε,τη φώναζα μάνα.

Το νερό που με κέρναγε,οινόπνευμα από κεράσια,

εμείς οι δυο μού ‘λεγε,είμαστε καρντάσια.

 

Μέχρι που κουράστηκα να σε περιμένω.

μ’ έκαιγε στα σωθικά να σε προσμένω,

μιας τσιγγάνας την αγάπη ν ανασταίνω.

 

Θυμάσαι στη Σαλονίκη,πάνω στο τρένο;

αναμνήσεις φέρνω στο νου κι ανασαίνω.

Εσένα να σκέφτομαι ποτέ δε χορταίνω.