Archive for Απρίλιος 2012

Αποστόλη αδερφέ μου

Εθνικόν Στάδιον Σαπών.

Εγκαίνια υπουργού Αχιλλέως·

λοχαγού του εμφυλίου, αυτόκλητου σωτήρος του έθνους.

«Κάθε πόλις και στάδιο, κάθε χωριό και γυμναστήριο».

Πολλούς σταδίους μακράν των Αθηνών,

απαντήσας στρατιώτην του, αναφώνησε:

«Σε είδα, σε γνώρισα και σε θυμήθηκα!»

 

 

Υιέ του στρατιώτη.

Είχες αδυναμία στα μέσπιλα. Και δή στα Γερμανικά.

Ονειρευόσουν Γιαπωνέζα και γώ Σουηδέζα.

Τις αποκτήσαμε· με τέσσερις τροχούς.

Τη δική σου λένε Τογιότα, τη δική μου Βολβάρα. (εξ’ ού καί κωλάρα.)

 

Στη μπάντα του Δήμου ήσουν σαλπιγκτής.

Σάλπισες την πτώση της χούντας.

Δέν πρόλαβες να την υμνήσεις.

Τό ‘χες παράπονο και γώ σού ‘λεγα πόσο ήσουν τυχερός!

Έγινες κομμουνιστής.

Έβαλα και γώ το χεράκι μου.

 

Όμως συνάντησες και σύ το Φρόυντ τώρα που πενηντάρισες.

Στη σκιά της Mespilus germanica σαλπίζεις χρώματα Χρυσά· της Αυγής!

 

Υιέ του στρατιώτη!

Σε είδα, τρόμαξα να σε γνωρίσω, αλλιώς σε θυμόμουν!

 

Έξεστιν Κλαζομενίοις ασχημονείν(Es ist ihre Gewohnheit, dass die Clazomenae ein unangemessenes Verhalten zeigen)

«ΈξεστινΚλαζομενίοις ασχημονείν»

Es ist ihre Gewohnheit,dass die Clazomenae ein unangemessenes Verhalten zeigen.

 

Κλαίω μάνα μ’, δέν έχω δάκρυα.

Ich weine, meine Mutter, ich habe keine Tränen.

Ευτυχώς την Βαρβαρικήν δέ μού ‘μαθες να ομιλώ· δέν τους καταλαβαίνω.

Glücklicherweise hast du mich die fremde Sprache nicht zum Sprechen gelehrt; ich verstehe sie nicht.

Να πάρω το σφυρί του πατέρα να τους ανοίξω τα κεφάλια να δώ· τί έχουν μέσα;

Soll ich den Hammer meines Vaters nehmen, um ihre Köpfe zu öffnen und zu sehen, was sie darin haben?

Κότσαλα έχουν και θέλουν να γεμίσουν τις άδειες στέρνες μας με αίμα;

Haben sie Stängeln und wollen, dass sie die leeren Tränken mit Blut füllen?

Τόσα χρόνια γυρόφερνα στα χωράφια τα πότιζα με γνώσεις

Für so viele Jahren hing ich in die Wiesen herum, ich goß sie mit Kentnissen

κι αυτά μου χαμογελούσαν, ανθίζοντας και καρπίζοντας.

und sie, blühend und Früchte tragend, lachelten mir

Τώρα να ξεσπιτωθώ, όπως και σύ μάνα μ’ και πού να πάω;

Jetzt soll ich aus dem Haus ziehen, wie du auch, meine Mutter, aber wohin soll ich gehen?

Στις Κλαζομενές να πάω;

Soll ich nach Clazomenae fahren?

 

Ήρθαν μιάν αυγή τα παιδιά της πόλης αυτής

Die Kinder dieser Stadt kamen bei einem Tagesanbruch an

γκρέμισαν τα σπίτια μας,

sie rissen unsere Häuser ab,

στα πηγάδια έτρεξαν οι φλέβες μας,

in den Brunnen rannten unsere Venen,

μαύρισαν οι ψυχές μας.

unsere Seelen wurden ganz traurig.

Ξαναχτίσαμε.

Wir bauten wieder auf.

Τα σπίτια μας θέλουν πάλι· φορτωμένοι με δανεικό χρυσάφι.

Sie wollen unsere Häuser wieder; sie sind geladen mit geliehenem Gold.

Και πού να πάω μάνα μ’;

Und wohin soll ich fahren, meine Mutter?

Στις Κλαζομενές να πάω;

Soll ich nach Clazomenae fahren?

 

Έξεστιν Κλαζομενίοις ασχημονείν.

Es ist ihre Gewohnheit,dass die Clazomenae ein unangemessenes Verhalten zeigen.

 

Τί απόγιναν εκείνοι οι Σπαρτιάτες με το Λεωνίδα;

Was ist aus diesen Spartiaten von Leonidas geworden?

 

Οι Πέρσες, οι Εφιάλτες, όλοι εδώ. Στις Θερμοπύλες!

Die Persen, die Ephialten, alle hier. In Thermopylen!

Θα πάω να τους βρώ.

Ich werde sie finden.

Εκεί θα πάω μάνα μ’!

Dorthin werde ich gehen, meine Mutter!

Στη Σπάρτη θα πάω.

Ich werde zu Sparta gehen.

 

E. K. Giannelakis

 

Απόδοση στα Γερμανικά: Λίλιαν Ψύλλα

Ubersetzung auf Deutsch: Lilian Psylla


Ο φόβος του Ομήρου Β´

Ώ μούσα!

Έναν όρμο αποζητάς να δέσεις στη γαλήνη,

μια δροσερή πηγή

να ξεδιψάσει η βασανισμένη σου ψυχή,

το διψασμένο σου κορμί.

Όταν γεννήθηκες,

σε ζήλεψεν η Ήρα, φοβήθηκαν οι Μοίρες!

Τώρα που έζησες τη μοίρα,

κατέπλευσαν οι Μούσες

να σου ψάλλουν αρχαία παραμύθια:

 

Πως τάχα πέρασε ο Κανένας από τ’ αρχαίο λιμάνι

και στη Μάκρη τύφλωσε τον Κύκλωπα.

Ηταν τύφλα στο μεθύσι, δέν έβλεπε ομπρός του

κι όταν τον ρώτησε ο Ομηρος:

-Ποιός άνεμος Δυσσέα στη Μεσημβρία σ’ έβγαλε;

εκείνος αποκρίθη:

 

-Μέθυσα με τ’ αθάνατο κρασί του Εικοσιένα·

μ’ εκέρασεν ο Γκούρας, εις υγείαν του Κανένα.

Μ’ εκείνον τον κορμό ελιάς ποιόν τυφλωσα;

Τον γίγαντα Πολύφημο ή τον πανούργο εμένα;

 

Τυφλωμένος από μίσος για τους μνηστήρες,

τα μάτια της Ιθάκης μου ο δόλιος πύρωσα.

 

-Μα τόσο εύπιστος και συ πολύτροπε Δυσσέα

φοβάμαι μην τη μούσα απαντήσεις,σε πλανέψει,

μην η Κλωθώ κι η Λάχεση στο κουβάρι του Ατρέα,

όρισαν:

«Γραφή να τη φέρει στη ζωή, Ρώμη να την κλέψει».