Ο φόβος του Ομήρου Β´

Ώ μούσα!

Έναν όρμο αποζητάς να δέσεις στη γαλήνη,

μια δροσερή πηγή

να ξεδιψάσει η βασανισμένη σου ψυχή,

το διψασμένο σου κορμί.

Όταν γεννήθηκες,

σε ζήλεψεν η Ήρα, φοβήθηκαν οι Μοίρες!

Τώρα που έζησες τη μοίρα,

κατέπλευσαν οι Μούσες

να σου ψάλλουν αρχαία παραμύθια:

 

Πως τάχα πέρασε ο Κανένας από τ’ αρχαίο λιμάνι

και στη Μάκρη τύφλωσε τον Κύκλωπα.

Ηταν τύφλα στο μεθύσι, δέν έβλεπε ομπρός του

κι όταν τον ρώτησε ο Ομηρος:

-Ποιός άνεμος Δυσσέα στη Μεσημβρία σ’ έβγαλε;

εκείνος αποκρίθη:

 

-Μέθυσα με τ’ αθάνατο κρασί του Εικοσιένα·

μ’ εκέρασεν ο Γκούρας, εις υγείαν του Κανένα.

Μ’ εκείνον τον κορμό ελιάς ποιόν τυφλωσα;

Τον γίγαντα Πολύφημο ή τον πανούργο εμένα;

 

Τυφλωμένος από μίσος για τους μνηστήρες,

τα μάτια της Ιθάκης μου ο δόλιος πύρωσα.

 

-Μα τόσο εύπιστος και συ πολύτροπε Δυσσέα

φοβάμαι μην τη μούσα απαντήσεις,σε πλανέψει,

μην η Κλωθώ κι η Λάχεση στο κουβάρι του Ατρέα,

όρισαν:

«Γραφή να τη φέρει στη ζωή, Ρώμη να την κλέψει».

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: