Στους τάφους των προγόνων

Πατέρα τά ‘μαθες τα νέα;

Νενικήκαμεν τους Πέρσες στο Μαραθώνα

τους στριμωξαμε στους βαλτους,

τους κατασφάξαμε.

Κι ο ήρως Κυναίγειρος! Απώλεσε τάς χείρας, την κεφαλήν·

ήταν  Περσική τριήρης και δέν είχε τη ρώμη.

Είχεν τό σθένος.

Ταξίδεψεν το ανδραγάθημα στην ιστορία.

Εμείς εθάψαμεν το σώμα του.

Μετά δέκα χρόνια πατέρα, ματάρθαν από στεριά θάλασσα,

αέρας δέν ήταν τότε.

Για το Λεωνιδα στα είπα,

για το Θεμιστοκλή να σου πώ:

Τους έπνιξε στη ζώνη του Περάματος.

Εκεί που σήμερα πνίγονται τα πνευμόνια των αμμοβολιστών ,

επισκευάζουν πλοία οι ανελεύθεροι.

Η ελευθερία, κληρονομική διαδοχή των τριηραρχών.

Να σου πώ και για τους Σπαρτιάτες στις Πλαταιές

που τους μαστίγωνε ο Παυσανίας γύρω απ’ τό βωμό.

Πολλοί τουρίστες στη Σπάρτη έκτοτε

ν’ απολαύσουν την καρτερία!

Πατέρα, τά ‘μαθες τα νέα;

Μετά ήρθαν έριδες κι εμφύλιοι.

Ο Θούκι τα ιστόρησε στους Πελοποννησιακούς πολέμους!

Σφαχτήκαμε,

αφήκαμεν άταφους νεκρούς,

ποντιστήκαμε και τελέψαμε πατέρα.

Μετά ήρθε ο Αλεξανδρος ο Μακεδών, υιός Φιλίππου.

Ξέρεις εσύ. Αλογομούρης.

Μέχρι και ιπποφαές τάιζαν τ άλογά τους.

Τόση αδυναμία σ’ αυτά τα ζωντανά!

Είχαν και κάτι τεράστια δόρατα στη μάχη,

μας ξέκαναν.

Μάταια ρητόρευε κι αγόρευε ο Δημοσθένης· πρίν τον λαδώσει ο Άρπαλος!

Ο Διογένης, πατέρα!

Νά ‘ναι καλά ο κυνικός, μας έβγαλε ασπροπρόσωπους.

Απόθανε κι ο Αλέξανδρος.

Άχ αυτό το παιδί με τις αδυναμίες του!

Οξεία παγκρεατίτις.

Πού πάς ξυπόλητος στ’ αγκάθια

αφού δέν ξέρεις από περσικά συμπόσια;

Μόνον από μάχες κι ακολασίες .

Κι ύστερα ήρθαν οι Ρωμαίοι.

Οι βάρβαροι που περιμέναμε.

Μας αγνόησαν.

Άρπαξαν τον πλούτο μας, έχτισαν το Βυζάντιο.

Ημείς είμεθα ειδωλολάτραι.

Τί παιδιά κι αυτοί οι Βυζαντινοί!

Είχαν αδυναμία στην τύφλωση.

Αυτοκράτωρ τις εκ φυσικών αιτίων, ούκ απεβίωσεν.

Έπειτα, πλάκωσε η Τουρκιά!

Γέμισαν τα μοναστήρια κι άδειασεν η Πόλις!

Ωιμέ πατέρα!

Τετρακόσσια κενά χρόνια!

Ποίοι είμεθα,

πόθεν ερχόμαστε,

πόθεν έσχες Νεοέλληνα;

Καί μετά, άχ και μετά πατέρα!

Νά ‘τανε το εικοσιένα!

Τί ηρωική εποχή κι αυτή!

Γιαταγάνια,

γιούργια στα ταμπούρια!

Μπουρλότο.

Στο Ναβαρίνο μας έδωκαν μιά χώρα,

ελευθερία δέν είδαμε.

Μας έμειναν οι δημογέροντες αμανάτι.

Έ, μετά τα ξέρεις.

Προσθέταμε εδάφη.

Βενιζέλοι, Πάγκαλοι, Παπανδρέοι, εκατό χρόνια καί.

Παγκόσμιοι πόλεμοι,

πολέμησαν οι ήρωες σαν έλληνες·

πώς διάολο τα καταφέραμε,

χρεωμένοι στους ξένους πάλι βρεθήκαμε.

Πατέρα, τά ‘μαθες τα νέα;

Πατέρα είμαι είκοσι χρονών!

Έφυγες και μόνο χρέη μ’ άφησες.

Μού ‘λεγες πως όλ’ αυτά πρέπει να τα πληρώσω,

έχω χρέος προς την πατρίδα.

Οι πρόγονοί σου πατέρα,

το χρέος προς την πατρίδα

μόνο με αίμα το εξωφλούσαν.

Πώς γελάστηκες και μόνον οφειλές αφήκες;

Πατέρα τά ‘μαθες τα νέα;

Σ’ έχω γραμμένο πατέρα,

καί σένα καί τη γενιά σου.

Μόνο χρέη μ’ άφησες.

Αρνούμαι να κάνω αποδοχή κληρονομιάς.

Τσιμέντο να γίνουν όλα·

μ’ ακούς γιά δέ μ’ ακούς;

Εγώ θα χτυπιέμαι στα ξέκωλα των Κυκλάδων

παρέα με «τα πρόστυχα τα μαύρα τα εσώρουχά» της.

Δική σου κληρονομιά κι αυτό.

Τ’ αρνούμαι τότε !

Advertisements

One response to this post.

  1. Posted by Irini on 31/08/2014 at 6:12 πμ

    Ωραία και πολύ ενδιαφέρουσα η ανάπτυξη, μ’ αρέσει η εναλλαγή στο ύφος. Ωστόσο πιστεύω πως έχει ένα πρόβλημα ρυθμού το ποίημα, χρειάζεται μία αλλαγή θέσης σε κάποιες λέξεις ή ίσως αντικατάσταση.

    Μου αρέσει!

    Απάντηση

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: