Μπακάλικον, «Η ωραία Ελλάς»

Μου λέτε πως δέν έμαθα, σωστά δουλειά να κάμω.
Ρε ποιά δουλειά; Εκείνη που δέν έχω;
Εκτός κι άν·
ά· αυτό εννοείς:
Την επανάστασή μου.
Αυτό, ναί. Δίκιο έχεις.
Αυτή τη δουλειά, σωστά· δέν την κάνω!
Πού να τρέχεις τώρα;
Συνθήματα, ποδαρόδρομος, χημικά, χοσπιτάλια.
Νιώθω τόσο, μα τόσο κουρασμένος!
Επληροφορήθην πως, ο καφές στα χοσπιτάλ είναι φτηνός.
Νά ένας λόγος καλός,
δέν τον είχε σκεφτεί ο μυαλός!
Ά· όλα κι όλα!
Τον καλόν τον λόγο τον λέγω.

Εργαζόμουν σ’ ένα μπακάλικο μεγάλο και τρανό.
Όχι στου Μπάμπη του Μπακάλη, τον ξακουστόν αοιδό.
Πούλαγα σάπια κρέατα τον πάλαι ποτέ καιρό.
Άπαντες διευκόλυνόν με.
Ο αφεντικός, παράσημα μού ‘ταζε:
Της αποτυχημένης απεργίας,
της απανταχού σφαλιάρας,
τον σταυρό της ατιμίας,
της ελεύθερης κατσαρίδας
[απένειμε το βραβείον αυτό
η «της προστασίας της κατσαρίδας των υπονόμων» ΜΚΟ].
Και τί καλός και τί ωραίος,
«γύφτικο σκεπάρνι» στα μίτινγκ!
Τύπος ήμανε κι υπογραμμός μοιραίος.

Έ· από λεφτά, ότι σύμπασα η ανθρωπότης.
Ταπεινός και μετριόφρων, όχι να παινευτώ!
Ότι έκανα, για την ψυχή μου·
έκλεισα μια θέση στον Παράδεισο.
Ο αφεντικός μου γνωρίζει τον άγιο Κέρδο, Πέδρο, θα σε γελάσω.
Έχω γαμηστερό μέσον!

Αγορανομικοί, ΕΦΕΤικοί, όλοι με ήξεραν.
Συχνά και που
νά τα ποδαράκια κι οι πατσές,
μπλιάχ,
νά τα λουκάνικα κι οι σεφταλιές!
Ήξερα πως οι καλικαντζαραίοι και τα σκυλιά τα κλέβουν!
Είδες πώς βγαίνουν αληθή τα παραμύθια;
Ετούτοι ήντουσαν οι ήρωες των παιδικών μου μυθίων.
«Μή θείο», απ’ εκεί βγήκε.
Στο μπακάλικο που «δούλευα»,
σερβίραμε πεντανόστιμη σαλμονέλλα.
Μμμ!
Μπουκιά και συχώριο!
Πόσες γενιές παιδιών
με το φιλετάκι τους το μουχλομυριστό
το τυράκι τους το μουχλομπιρμπιλωτό!

Ώχ αδερφέ!
Ροκφόρ ελληνικό προσφέραμε,
γαρνιρισμένο μ’ αλλαντίαση και ομελέτα μύγας!

Έ τί να σας λέω τώρα;
Ο αφεντικός μια μέρα εξεπόρτισε· πήγε αλλού,
να κάνει κι άλλους παράδες στο ρέμα του γιαλού
να θρέψει κι άλλους φτωχούς, αρμέγων την ψειρού!
Αφεντικούλι, νά ‘σαι καλά εκεί που πήγες!

Ήθελε κι εμέ ν’ ακολουθήσω
δέν είχα προσόντα τυπικά
δέν γνώριζα τη γλώσσα.
Η μόνη γλώσσα π’ αγαπώ
είναι το ψάρι εκεινό.
Εγώ,
δέν έχω γλώσσα να μιλώ
παρά μόνο,
να «γλείφω».

Ε. Κ. Γιαννελάκης

Advertisements

One response to this post.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: