Έαρ

Ο παγωμένος ήλιος τσάκισε
πηρούνιασε τα όνειρά μου
όπως τόσοι περονοφόροι σπόροι
πυρπολούν τις ζωές των προγραμμένων
μή κι αντικρύσουν
γλυκύ κι ανθισμένο το Έαρ.
Έαρ!
Φρέαρ,Γεννησέα ζωή!
Πανδαισία·
χρωμάτων κι αρωμάτων,
εντόμων και πουλιών,
γυρεόκοκκων!
Ποιά σιωπή,
μπορεί να κατευνάσει
το μουγκρητό της Άνοιξης
τις βουηφόρες μέλισσες
το πέταγμα των κολυμπρί;
Ολημερίς σαν τα τζιτζίκια
ρουφούν τους χυμούς των ενστίκτων.
Οι «συννεφούλες»,
μπόρες και καταιγίδες
ιριδίζουσες εκλάμψεις
σε στάδια και χαμαιτυπεία
των μνημονίων,
των κολαστηρίων
της καιγόμενης σάρκας.
Φλέγομαι·
καίγομαι!
Μόνο γραμμές ατσάλινες,
πυγολαμπίδες
π’ αναβοσβήνουν μέρα και νύχτα.
Τρέχω και τρέχεις.
Τί να προκάνουμε;
Οι φλόγες δέ θα σβήσουν ποτέ.
Τις σάρκες μας καίμε.
Η ψυχή μας μέλι
που καμμιά μέλισσα δέ θα γευτεί.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: