Φίλοι μ’

Τί νά ‘ν’ αυτό το ουρλιαχτό
καταμεσίς της μέρας;
Χάθηκ’ ο ήλιος, έσβησε
καβάλα το φεγγάρι
και μεις παιδιά μικρά
το καπνιασμένο το γυαλί,
με δέος ατενίζουμε
υπέρλαμπρο στεφάνι.

Δέν είναι νύφη και προικιά
και συμπεθέρια πού ‘ρχουνται
στον κουρνιαχτό του βάλτου
μόν’ είν’ τσακάλια π’ αλυχτούν
στου Ίσμαρου τους λόγγους.

Ζηλιάρης ήλιος νοσταλγεί
στη χάση το φεγγάρι
νά σου και συ κόρη ξανθή
γλυκοφρυδούσα κόρη
μεταξωτά κεντήματα
μαντήλι στο κεφάλι
μαλλιά δασιά και απαλά
χαιδεύω το μεδούλι,
λουφάζω στο γιατάκι σου
ανάμεσα των σεντονιών
και των λευκών μ’ ονείρων.

Έρχεσαι κόρη γαλανή
και γα·ι·τανοκεντούσα
κείθε απ’ τήν ανατολή
έναν αιώνα πίσω.
Στητό κορμί και λυγερή
σεργιάνι στους ανέμους
στο πρώτο μου πλατύσκαλο
σε περιμένω ακόμα,
το δεύτερο το γέμισα
το τρίτο είναι άδειο.
Φλέβα!
το αίμα σου δέ βράζει πια.

Μέσα στους αμπελώνες
θυμάσαι όταν μού ‘λεγες
λυτή και αφτιασίδωτη,
αγάπη είναι ότι ανθίζει
και με γλυκοφιλούσες;
Τραγούδαγες αγέρι μου
παιδί της Αφροδίτης
την πιό γλυκιά σου πονηριά
το πιό γλυκό φιλί σου
κι όταν το λαιμουδάκι σου
φιλούσα ο καημένος,
στην αγκαλιά μου έλιωνες
στο δάκρυ και στο κλάμμα.

Τώρα σε άλλες ξενιτιές
χαθήκαμε μικρή μου•
το μονοπάτι μας τηρώ,
ριγούν τα φυλλοκάρδια σου
π’ άνεμος τα λικνίζει.
Έλα πουλί μ’•
έλα λαφίνα μ’ να με δείς,
καινούριους φίλους έχω,
να θυμηθούμε τα παλιά,
λιτανεία των ονείρων.
Έλα να τραγουδήσουμε
φίλους να καλορίσουμε.

Παλιό είναι πάλι το κρασί
τις έγνοιες να μιλήσουμε
είμαστ’ ακόμα ζωντανοί
κι άς αύριο,
το λύχνο μας να σβήσουμε.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: