Νηπενθής

Πού πάω μάνα μ’
πού περπατώ
μήν στα χαμπλά τα σύννεφα
μην στα βουνά μας τα ψηλά;
Κι αφού πατώ
γη χώμα και νερό
τί μαράζι που με τρώει;
Τί ‘ν’ ο ντουνιάς που κατοικώ,
μήν η κυρά του Φεγγαριού
μήν η πλανεύτρα Ρωμηοσύνη;
Ποιά μοίρα
ποιά θυσία
ποιοί συμφώνησαν με τα θηρία;
Δεν είν’ αλήθεια αυτό που ζω
θαρρώ πως όνειρο κακό
κι ας ήταν να ξυπνήσω!
Τρένα περνούσαν κάποτε
κουβάλαγαν ανέγγιχτους σε φούρνους·
σήμερα πάμε μοναχοί.
Δέ δακρύζουν πιά τα μάτια μας
πλάκωσε μονοξείδια ομίχλη·
και γω που νόμιζα πως
θάψαμε νεκρούς,
κλείσαμε τους τάφους.
Ποιοι τάφοι;
ερμητικά τα όνειρά μας θάψαμε
για μιάν αξιοπρέπεια
ένα κούτελο καθαρό
μια τίμια ζωή.
Κι ήταν πολλά αυτά;
Γελαστήκαμε·
ήρθαν οι πρώτοι μας νεκροί
δίχως φωτιές και γαταγάνια
χωρίς πυραύλους και κανόνια,
το μόνο όπλο τους η πείνα.
Κι αν δε γλυκαίνει το μυαλό,
σ’ αλλόκοτους ανέμους περπατεί
τάφους ανοίγει ένα σωρό
φυτεύει τα κορμιά μας
στάχτη να γίνουν και νερό
στων αριθμών το μύλο.
Πώς γόνιμος κάμπος θα γενεί
αίμα να λαμπυρίζει στο σπυρί
κι όταν θα μπεί ο θεριστής
βιός να χαίρεται, ελεύθερων μανάδων;
Δέν έχω δάκρυα να κλάψω
μήτε μου βγαίνει η φωνή
ανάριεψε το δάκρυ η βροχή
τη μιλιά κατάπιε· ηχώ νεκρή.

Δακτυλοδείχνω εσάς ωρέ:
-Αμνημόνευτα αμνήμονες,
απαίδευτους και λήσμονες
στην αρχαία Ελλάς
η πιο μεγάλη τιμωρία,
στην πιο μεγάλη ατιμία:
την ασέβεια των νεκρών!

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: