Archive for Μαΐου 2013

Κυλώνειον άγος

Κι απ’ τά γκαζάδικα του καπετάν Κυκλώνα
βρέθηκαν τ’ Ασπρόπυργου τα περιβόλια.
Ο Φράνς που κάποτ’ έφτιαχνε τάνκς
εφώναζε το Γουίλι από τό Τζιμπουτί
«κράτα το σχοινί ωρέ μαύρε θερμαστή
μην παρασύρει άνεμος τ’ άτιμα Ροδανθή».
(πόσα φαράγγια
ληστές και δουλεμπόρους
να καταφτάσουν μέχρις εδώ
ικέτες μια μπουκιά ψωμί
ένα κομμάτι στεναγμό;).

Κι ώ πώς δεμένοι
το σχοινί κρατούντες,
παλάμη των ονείρων,
μήν η κλωστή κοπεί
και άρχων τις Επώνυμος φανεί
(τοτε εννιά, σήμερα τρεις κι ο Χατζής)
τους Κύλωνες σφαγιάσει
της Πολιάδος το ιερό
στους πρόποδες του Βράχου
γιατί δήθεν παρανόμως επιτέθηκαν στη χώρα
(άσυλο ικέτεψαν για μια χούφτα ρεβύθια)
την πολιτεία καταλύσουν
και άλλα τέτοια παραμύθια.

Αίμα ρέει στης Ακρόπολης τα μέρη
προς Ιλίσσια Πεδία
Κηφισό
στο δρόμο για την Ελευσίνα
την Ιερά οδό
άγος μέγα των Αλκμεωνιδών
μα και των άλλων Αθηναίων
που δέν ήκουσαν
δέν είδαν,
τάχατες δεν ήξεραν.

Κι όταν οι Πέρσες ξαναρθούν στη Σαλαμίνα
κινούντες από χρέος στό έρεβος των Ξανθών
προφασιζόμενοι δικαιώματα ανθρώπινα
(των Καρδούχων και Κυπρίων οι σφαγείς)
θα καλέσουμε ξανά τον Κρήτα Επιμενίδη
(και τότε αεροπλάνα ψέκαζαν τους Αθηναίους),
πρόβατα ελεύθερα βόσκουν τη Μουνιχία
μέλαν το δέρας των
(αχ Επιμενίδη τον ύπνο σου και ξύπνιο πρόβατα θωρείς)
κι όπου σταθούν ν’ αναχαράξουν
θυσία και βωμό
αφού
το δίχως αίμα
δέ στεριώνουν τα θεμέλια μας
και πώς να πάμε γιούργια
με άδεια τα ταμπούρια;

Γύλιππος ο Κλεανδρίδου

Ώ Κλεανδρίδα!
Είπαν οι κακές γλώσσες,
δέκα τάλαντα εδωροδοκήθης
λύσας την πολιορκία,
μυστικά κονδύλια
τα «δέοντα» του Περικλέους.
(Ά ρε μπαγάσα Περικλή
διδαξες τον κόσμο
διπλωματία μυστική!)

Κι έγινε στη Σπάρτη
μεγάλο μπατιρντί
έμπροσθεν των Εφόρων,
σούσουρο διά βοής·
κι απέ ‘νας όμοιος,
το μπεζαχτά του επήρε,
αναφώνησε:
-Όποιος στοιχεία έχει
οίκαδε τον εισαγγελέα·
κανείς δεν είχε.
Αλλά
της εποχής εκείνης «οι κατσίκες,
δέ μασούσαν ταραμά»
το προφανές εδίκασαν·
εις θάνατον ερήμην.

Το χρυσάφι εφόρτωσες
«στο πειρατικό του κάπταιν Τζίμη»
(«που μ’ αυτό θα φύγετε και σείς»)
κι εγίνης μέγας στρατηγός και ευεργέτης
των της Αργεντινής Θουρίων.

Πέρασαν τα χρόνια· απεβίωσες
κι ο γιος σου Γύλιππος ο μόθαξ
ες Θουρίους καταπλεύσας
το πεπρωμένο του συνάντησε.
Τους Αθηναίους τσάκισε στη Σικελία
αγαστή συνεργασία Συρακούσιων μαφιόζων
αλλά
«το μήλο κάτω απ’ τή μηλιά θα πέσει».
Τους σάκκους τρύπησε
γέμισεν τη σοφίτα κουκουβάγιες
τριπλάσια του πατρός του, εύγε!
(τόσες τράπεζες, τόσες οφσόρ, τη στέγη βρήκε;)
Τον τσάκωσαν επ’ αυτοφόρω
αλλά διέφυγε,
(άγνωστο πού και πόσοι αχθοφόροι
έσερναν το γήλιπος)
εις θάνατον ερήμην του κι αυτός.

Ωρέ της Σπάρτης παλληκάρια!
Πόσο πιό νόστιμος ο μέλανας ζωμός
αλατισμένος με χρυσόσκονη;

Αγησίλαος ο Αρχιδάμου

Κι αν ήσουνα χωλός
στον Καιάδα δέ σε πέταξαν
ούτ’ επικαλέστηκες αναπηρία
να βγείς τη σύνταξη
τα βάρη του πολίτη να γλιτώσεις·
καλότυχη πατρίδα σου η Σπάρτη!
Κι αν ήσουν πάλι τυχερός,
ο πορφυρογέννητος τ’ Αλκιβιάδη
δεν εχρίσθη βασιλιάς
(δεν ταίριαζαν οι μήνες βλέπεις),
εσένα επέλεξαν οι έφοροι
λαφυραγωγό
εξ ονόματος της Σπάρτης.
Και σύ
«ή τάν ή επί τάς»·
τα λεφτά ήταν πολλά
ανέκαθεν στον κόσμο.
Τά·ι·σες ψωμάκι
τα «φτωχόπαιδα» της Σπάρτης·
ωρέ παιδιά καημένα
μ’ αίμα και χρυσό
γιατί ‘στε λερωμένα;

Στις εύφορες κοιλάδες της Καρίας
στου Μαίανδρου τις όχθες
έρεαν άφθονα μέλι και σαμπάνιες,
πωλούνταν δούλοι τα παιδιά
θύματα θε·ι·κής μυσταγωγίας,
αλλού αιχμάλωτα
της δικής σου φιλανθρωπίας.

Λάφυρα εκ Φρυγίας πάμπολλα,
ονομαστόν το του λαφυροπώλου επάγγελμα,
πήραν φωτιά οι δείκτες «Γύλιππος»
του χρηματιστηριακού λαφυραγωγείου.
Τί φήμες·
τί ψευτιές·
τί ψιττακοί στις τηλοψίες των ναών;
Όλα μα ολα τα εφηυρες!
Κι όπου δέν ήταν απευκταίο
την απειλή του δόρατος
εκατονταδες ταλαντα εκβιαζες!

Κι οι πατριώτες σου
τα όπλα «Μάλλης» κι υπό μάλης
λάφυρα καρπώνονταν
μετρητά σε τάλαντα
τσουβάλια καραβιές στη Σπάρτη.

Πατριώτης αληθινός
ως της εποχής τα ήθη όριζαν
λιτός κι απέριττος ο βίος σου,
αλλά,
τί να τα κάνεις όλ’ αυτά
αφού το λάφυρο το μέγα,
η Δόξα, δόθηκε σε σένα;

Βρέ και γιατί δε μας το λές
κι όλο μας τυραννάς
αρχιδάμειε ηγέτη,
δοξασμένε αγιογδύτη;

«Φεύ σου ώ Ελλάς
διατί ν’ αλληλοσφαζόμαστε
οίτινες είμεθα πτωχοί;
Γιά ειδέτε ωρέ πώς λάμπει
το χρυσάφι των Περσών!
(Τότε κίτρινο σήμερα μαύρο.)
Μεσανατολικά να πάμε
νόμιμα να κλέψουμε
κι αν είναι τάλαντα τόσα πολλά,
η Σπάρτη
των λογαριασμών,
οι έμποροι
των εθνών τες αγορές
άς είναι κι Ηνωμένων!»

-Πανάθεμά σε Αγησίλαε·
δός μας ένα όραμα
χωρίς τις λέξεις
«αγορά» και «λάφυρα» στο τέλος!

«Πέρα βρέχει»

Στοχάσου πέρδικα το παραμύθι
π’ ακούγαμ’ ανέμελα παιδιά
αυτό με την πανώρια φασολιά
με το φεγγάρι και τη σκαλωσιά.
Πανσέληνος ήταν δεν ήτανε
παραμονή τάχα ή ανήμερα;

Μου λες,
τα φαινόμενα απατούν·
άραγε ποιόν και πότε ερωτούν;
Σύ που χορεύεις τον Ερμή
και γώ που περπατώ τη γη
το μοναχό φεγγάρι νοσταλγούμε.

Γιά ειδέτε πώς λάμπουν τα μαλλιά της
κίτρινα ρόζ μαβιά τα κάλλη της
περάσαν μια στιγμή τα χρόνια
μα πάλλετ’ η καρδιά μου ακόμα.
Για το φεγγάρι δέν περνούν,
μήτε για τις αγάπες φθίνουν
και όσα χρόνια πίσω τριγυρνάς
θαρρείς πως κρέμονται στ’ αστέρια·
νυχτερίδες που κουρνιάζουν είναι
σε σκοτεινές κι απάτητες σπηλιές
στα ονειρά μας
φτερουγίζουν τις νυχτιές.

Όνειρα ήτανε και πάνε,
κι έτσι θα μείνουν· όνειρα.
Για σήμερα για αύριο δέν έχει·
πάνε χρόνια που στο «εντός σου»
«πέρα βρέχει»!
Υπομονή και κάπου θα βρεθούμε·
χίλια χρόνια μετά κι άν ζούμε
το φεγγάρι πάλι
θα έχουμε να πιούμε.

Κριτίας ο Καλλαίσχρου

«Μνήμα τόδ’ εστ’ ανδρών αγαθών, οί των κατάρατον δήμον Αθηναίων ολίγον χρόνο ύβριος έσχον»
(Μετάφραση: Αυτό εδώ είναι αφιέρωμα σε άνδρες αγαθούς, που έβαλαν, για λίγο, χαλινάρι στην αλαζονεία του καταραμένου λαού της Αθήνας)

Ήσουν αιμοσταγής
αισχρός ως ρήτωρ και φιλόσοφος.
Καλλιτέχνη, σαν τον άλλον της Βα·ι·μάρης
δέ βρήκα πουθενά.
Τον ανωφελή Θηραμένη
έσυρες σάν τραγί στην αγορά.
Πολλοί μίλησαν για κώνειο
αλλά εσύ τον έσφαξες·
με τέμνον όργανον και αιχμηρόν·
κι η νύχτα των μεγάλων μαχαιριών
δέκα φεγγάρια κράτησε.
Χάλασες
τσιγγάνους, εβραίους και κομμουνιστές
εσύ ο Υπεράνθρωπος
ως δίδασκεν ο δάσκαλός σου.
Για ποιά φιλία μου μιλάς
είχες εσύ όσιο και ιερό;
Δριμύ το τέλος σου·
στης Μουνιχίας τα στενά
σε ξέσκισεν το ξίφος του Θρασύβουλου
κι από τότε τρισκατάρατε
φτωχούς ανθρώπους δέρνεις·
ανιστόρητα μεσάνυχτα βρυκολακιάζεις
μεχρι καποιο ξίφος το στήθος σου να μπήξει
να κοιμηθείς και πάλι την αυγή της ιστορίας.!

Κι εσύ ωρέ Πλάτωνα
τέτοιο θαυμασμό σε τούτον το σφαγέα;
ολόκληρο βιβλίο τ’ αφιέρωσες.
Κι άς μήν ξεχάσω να σου πώ,
ώ πόσο μας τα ζαλισες με κείνο τον Αριδαίο;
«πανάθλιος τύραννος» λες
σάμπως κι υπάρχουν τύραννοι καλοί.

Ώ Εσώκρατες!
Καμάρωνε το μαθητή σου
αυτόν που απαγόρευε
το «σκέπτεσθαι» και «αγορεύειν»·
τί κι άν ετούτο πρόσταζαν του Σόλωνα οι νόμοι;
Τόσο εκαυχόσουν
ότι δίδασκες την ηθική στους νέους
κι όταν Αλκιβιάδης και Κριτίας
τις των εμπόρων Ερμές αποκεφάλισαν,
ως πρώτοι προβοκάτορες της ιστορίας,
«ουδέν οίδα» εμαρτύρησες·
τέτοια φίδια εκκόλαψεν η σκέψη σου!

Ώ Παιδεία ευλογημένη!
τ’ ανάστημα σου όρθωσες
στο φασισμό που εγέννα
η Δημοκρατία της Αθήνας.

Αντιφών ο Ραμνούσιος

«Μέγας διδάσκαλος και ρήτωρ
ο πρώτος Κούγιας της δικανικής».

Ώ Αντίφων!
Εγεννήθης από τζάκι
γαλλικά και πιάνο,
σπούδασες τα Χάρβαρντ και τα Κέμπριτζ,
επένδυσες
την πολεμική βιομηχανία.
Τί τριήρεις
τι κριοί
τί τόξα βέλη και φαρέτρες!
Ξεχείλιζαν του ΝΑΤΟ τα ταμεία
έπαιρνες και σύ το μερτικό σου·
οσονούπω παχυλό.
Κι όταν μίσος των συμμάχων κατέφαγε τα σωθικά σου,
τόσο βιός π’ απόχτησες,
τόσα χρυσά τάλαντα σε θυρίδες πίθων και ναών,
γιατί να μοιραστείς με συμπολίτες σου
ως χτες συμμαχητές της Σικελίας;

Μεταστάς του πολιτεύματος,
την πατρίδα σου στους Γερμανούς παρέδωσες.
Τί κι αν το τομάρι σου δέν έσωσες καταφεύγων στη Δεκέλεια,
τί κι άν απολογήθηκες μελίρρυτα ως ο Αγάθων αναφώνησε,
έπρεπε να ξέρεις πως
η εσχάτη προδοσία τιμωρείται με ατίμωση·
άταφο σ’ άφησαν
σε ξέσκισαν οι γύπες και τα όρνια.

 

Ε. Κ. Γιαννελάκης.

Μένιππος

Ες Γάδαρα εγεννήθης
δούλος εχρημάτισες μικρός
σε αφέντη Πόντιο τρανό.
Μένιππο σε βάφτισαν
ιερείς σε κολυμβήθρα.

Μεγάλωσες
λευτεριά εξαγόρασες,
ίδρυσες τράπεζα Θηβα·ι·κή,
«Μένιππος και μπράδερς»,
μέγας ευεργέτης Θηβών.
Πτωχεύσας
κι ως μή πλέον έχων
είδες τον φανό του Διογένη.

Ώ Μένιππε·
Ξεγέλασες το Χάροντα·
δέν ελυπήθης τον καημένο,
τόσο κουπί όλη μέρα
τον οβολό ούκ έδωκας;
Χούι έντοκο μόλυνε την ψυχή σου.

-Η πλερωμή στο τέλος της βαρκάδας!

Κι αφού ώ ψυχή
συνειδητά τον γέλασες,
«πάρ’ τ’ αρχίδια μου» τον είπες.
Τέτοια γα·ι·δούρια πάντα έβγαζαν τα Γάδαρα.
Ο Χάρων πιάστηκε αδιάβαστος μα,
ποιός ίδια να πεί για τους λαούς
που μένιππους και άλλους τοκογλύφους
κωπηλατώντας μεταφέρουν
στην αντιπέρα του Αχέρωντα
το ταμάχι τους να ηρεμήσει;

Λαοί απαίδευτοι κατηραμένοι:
Σταματήστε την περιφορά των πεθαμένων!
Θάψτε τους.

Στέρφα γή

Ένα τατού του Τσέ Γκεβάρα
αριστερά στον γλουτιαίο μύ
αρειμανίως να καπνίζεις
πούρα του Φιντέλ,
(ώ πόσον επιτυχής καριέρα· δόξα σοι!)
την καρδιά σου να γεμίζεις νικοτίνη
νομίζοντας πως γλίτωσες
του έρωτα τη σκοτοδύνη.

Στέρφα γη γεμάτη θίνες
σε σαρώνουν ανέμων λόγια
θυελλώδεις σκοτοδίνες
τεραστίων διαστάσεων,
πάντοτε
καλών συστάσεων.

Ψιχάλες και βαρειές σταλαματιές
σου συνθλίβουν το μυαλό
διψασμένη θλίψη σε ποτίζουν.
Αποζητάς, λές
μια ζεστή αγκαλιά
κι άλλοτε
δροσερά φιλιά.

Άχ Θέ μου θα τρελαθώ!
Πώς έγινε κι εγώ,
μέσα σε τόσα άνθη περπατώ
τόσες ευωδιές και χρώματα,
λαβωμένος βρεθηκα;
Ρόδια κι άν τα πείς ή ρόδα
απ’ τ’ αγκάθια τους πληγώθηκα.

Να συγχρωτίζομαι βαρέθηκα
μ’ ανήλιαγα φεγγάρια
πομπώδη νεφελώματα
και άλλα,
ουράνια πτώματα.