Μένιππος

Ες Γάδαρα εγεννήθης
δούλος εχρημάτισες μικρός
σε αφέντη Πόντιο τρανό.
Μένιππο σε βάφτισαν
ιερείς σε κολυμβήθρα.

Μεγάλωσες
λευτεριά εξαγόρασες,
ίδρυσες τράπεζα Θηβα·ι·κή,
«Μένιππος και μπράδερς»,
μέγας ευεργέτης Θηβών.
Πτωχεύσας
κι ως μή πλέον έχων
είδες τον φανό του Διογένη.

Ώ Μένιππε·
Ξεγέλασες το Χάροντα·
δέν ελυπήθης τον καημένο,
τόσο κουπί όλη μέρα
τον οβολό ούκ έδωκας;
Χούι έντοκο μόλυνε την ψυχή σου.

-Η πλερωμή στο τέλος της βαρκάδας!

Κι αφού ώ ψυχή
συνειδητά τον γέλασες,
«πάρ’ τ’ αρχίδια μου» τον είπες.
Τέτοια γα·ι·δούρια πάντα έβγαζαν τα Γάδαρα.
Ο Χάρων πιάστηκε αδιάβαστος μα,
ποιός ίδια να πεί για τους λαούς
που μένιππους και άλλους τοκογλύφους
κωπηλατώντας μεταφέρουν
στην αντιπέρα του Αχέρωντα
το ταμάχι τους να ηρεμήσει;

Λαοί απαίδευτοι κατηραμένοι:
Σταματήστε την περιφορά των πεθαμένων!
Θάψτε τους.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: