Θουκυδίδης, Περί κλέους. Εν Κεραμεικώ 430 πχ.

Κι αφού
μοιρολογίστρες ωλοφύρθησαν του χρέους των
ως όριζαν νόμοι πολιτειακοί
και μυροφόροι μύροις έραναν τους τάφους,
(πολλά κτερίσματα·
ανδρείος τις ετάφη
την αγαπημένη του Γιαμάχα
κι έτερός τις το λευκό του άιφόουν),
ο καθείς γονατιστός μια χούφτα χώμα,
ο πρώτος Άρχων
τώ λόγω επήρε.

Πρώτη σειρά,
σε σκαλιστά καθίσματα
ντυμένοι τα καλά τους,
γραβάτα μαύρη ή μαντήλα
ως η περίστασις το απαιτεί,
ο Αλέξης κι η Αλέκα.
Παραπίσω οι Καμμένοι συγγενείς,
πηγαδάκι έστησαν οι τρείς
ο μπαρμπα Φώτης Θηραμένης με τη Σάρα και τη Μάρα
και άλλους εκ Περσίας Τρωικανούς·
ποιός ξέρει τί μνημόνια μαγείρευαν;

Κι ο Κριτίας με τους χρυσαβγίτες του
στου Θησείου τις στοές
τον Ήφαιστο λογάριαζαν να μαχαιρώσουν.

Κι ήταν λαός πολύς.
Μαυροντυμένες μάννες·
κλαίγουσες θυγατέρες·
θρήνος βαρύς εσκέπασεν το Άστυ.

Αγέρωχος·
δυο βήματα μπροστά ο Περικλής
φορών τα μαύρα του γυαλιά,
μην και το πλήθος αντικρύσει
θαμπωμένα του τα μάτια,
ξεδίπλωσε τον πάπυρο
κι είπε δεν είπε τα παρακάτω λόγια:

«Εκείνους,
τους επιφανείς,
τύμβο στο Μαραθώνα,
εκεί που έπεσαν δόξη και τιμή·
τάφος, η πάσα γή.
Τα κόκκαλα τούτων εδώ
που άχρηστοι δέν ήταν,
συμμετείχαν των Αχράντων,
πιστών του ιμπεριαλισμού των Αθηνών,
χώσαμε στα πάτρια εδάφη.

Και τώρα που αυτά σας είπα,
υπάγετε ήσυχα στα σπίτια σας
και αν αυτό δέν κάμετε,
ζητάτε ειρήνη και άλλα συναφή
-μ’ ακούς Αριστοφάνη;-
του Κριτία τ’ άγρια σκυλιά
στη γωνία του Θησείου περιμένουν».

Ε. Κ. Γιαννελάκης.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: