Ξέρξης Α’, Σάχης της Περσίας

Κι ήταν ο Πέρσης βασιλιάς που ‘ρχότανε
καβάλα στ’ άλογό του
με τιάρες και κοσμήματα
χρυσοκέντητα ενδύματα
υποδήματα και κασκορσέδες
κι όλα τα διαμαντένια κέρατά του.

Ευνούχοι κι αυλοκόλακες
περισσήν την λεπτομέρεια
θρόνο έστησαν στο όρος·
ολονυχτίς πελέκαγαν παρακειμένως, δρύς
(άραγε πόσα γουρούνια μείναν νηστικά;)
τον στόλισαν μ’ ότι βαρβαρικά πετράδια κουβανούσαν.
Μά τόσο σαδιστής να είσαι βασιλεύ
οποίας παρασάγγας μακριά
αρένας όλεθρο να στήσεις
στο περιγιάλι του Αιγάλεω;
Τόσα ενάλια
Σούνιο Σαρωνίδα
αγάλματα να χαίρονται
θάλασσα ήλιο κι ουρανό,
αλείψου λάδι, φύγε απ’ τό βουνό
κατέβα τ’ ακρογιάλι το κρυφό·
εκεί χτυπά ο σφυγμός μας!
Και άν αυτό δέ θές,
ή δέν σε ενημέρωσε ο πονηρός Δημάρατος
ως είσαι ερωτύλος,
την Ακρόπολη που πήγες
αντί να σφάζεις και να καίς
χάθηκαν τόσα τεχνουργήματα να κλέψεις ως τα Σούσα
μήπως και πολιτισμό λειτουργηθείς;

Και μή μου πείς πως τ’ άφησες στον Έλγιν
γιατί κι αυτοί που τόσα χρόνια τα κρατούν
κλέφτες παρέμειναν·
στο σπήλαιο του Πλάτωνα ακόμα ζούν.

Κι ά·ι·ντε τώρα βασιλιά μου
τρέξε να προλάβεις
ανοιχτές τις γέφυρες της Άβυδος·
εκείνο το χαμένο το κορμί,
η Εσθήρ,
λάγνο σε περιμένει.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: