Archive for Ιουλίου 2013

Κλεομένης Α’ (Σρεμπρένιτσα)

Εν Ναυπλίω 494 π.Χ.

Κι ως πονηρά τους έστειλες για μεσημεριανό
εν ύπνω τους κατέσφαζες·
χιλιάδες το ιερό του Ποτοτσάρι κρύφτηκαν.
Οι σπιούνοι νά ‘ν’ καλά.
Κατ’ όνομα
τους δήθεν λυτρωμένους κάλεσες
καταμεσίς των σιτηρών εκαρατόμησες.
Κι ως ιερόσυλος που ήσουν
έκαψες τόσα γενναία παλληκάρια
την αφρόκρεμα του Άργους.
Άνανδρο θεώρησες
να σβήσεις τη Σρεμπρένιτσα απ’ τό χάρτη
θαρρείς κι ήταν ανδρεία η σφαγή στην αποθήκη.
Κι οι Ολλανδοί στην Τίρυνθα παρακειμένως
τίποτα δέν είδαν·

Άσμα ασμάτων της Τελέσιλλας
χαροκαμμένες νιές και θυγατέρες
τα όπλα ζώστηκαν
πήραν συζύγους μέτοικους
την πρώτη πόλη,
λίκνο της Ευρώπης, έσωσαν.

Πιλάτοι έφοροι
τρελλό σε είπαν
στη φυλακή σε πέταξαν κι ως το πρωί
ξεμπέρδεψαν με σένα·
το άγος τους σε φόρτωσαν.
Τί να σε κάνουν τώρα άχρηστος πως είσαι;
σε ξεπάστρεψαν.

Ε. Κ. Γιαννελάκης.

Μενέλαος

Άτιμο φεγγάρι·
μια ‘πό δω μια ‘πό κει
σε γύρο- ή με γυροφέρνεις;
Τόσο πολύ κοντά μου τη θέλω!
Μα γιατί δε συνωμοτείς με τ’ αδέρφια σου;
φαίνεται πως δέ διαβάζεις Κοέλιο.
Πού κείνα τα χρόνια;
Ντουφέκια στη σειρά·
αδέρφια παραδέρφια
εκλάπη η Ελένη.
Καλά ρε Πάρη
είπαμε να τη βατέψεις
ως το έθιμο του Ξένιου Διός προστάζει
αλλά όχι να την πάρεις και να φύγεις.
Μα και συ Μενέλαε
καθώς το σπίτι σου εκάη
έπρεπε να κάψεις και την Τροία;
Στο κάτω-κάτω της γραφής
«ότι γράφει δέν ξεγράφει».
Τί κι άν ήθελες ως «μένος λαού» να εκδικηθείς,
ο πιό διάσημος της ιστορίας κερατάς παρέμεινες.

Συμπέρασμα;
Το κέρατο καράβια σέρνει.

Χωρίς χέρια

Όταν ήμουν παιδί
έκανα ποδήλατο
ω τί ισορροπιστής;
χωρίς χέρια.
Ώ και να δεις πώς σφύριζε ιλλίγγους το πατίνι
έσπαγα τα μούτρα μου
χωρίς χέρια;
Διέσχιζα
λασπερούς ποταμούς
δυσώδεις βάλτους
βυσσούς καταρράχτες·
χωρίς χέρια.

Σχολείο οι καθηγητές
εμπράκτως έφερραν αντιρρήσεις
τις αριστερές μου ιδέες
κι ώ ουδέν παν στώ·
έτσι προχωρούσα·
χωρίς χέρια.
Κι ώ που μεγάλωσα
είπα να οδηγήσω τη βολβάρα
χωρίς χέρια
έφυγ’ απ’ τό δρόμο κι αναρωτήθηκα:
Πώς τόσα χρόνια οδηγούσα τη ζωή μου;

-Χωρίς χέρια!
-Τό ‘μαθες καλά το ποίημα παπαγάλε.

Το μέγα βόδιον

Πουλάω το σπίτι μου
αυτό που έχω αλλά και δέν έχω·
δάνειο τραπέζης.
Κάνω ότι κάνουν, αυτοί που δέ «μου κάνουν».
Πουλάω βιβλία
αυτά που διάβασα μα και κείνα που δέ διάβασα·
δάνειο αναμνήσεων·
Ξεπουλώ τα πάντα
ότι μου ανήκει αλλά κι ότι δέ μου ανήκει·
δάνειο ιστορίας.

Πουλώ κι ένα σχοινί
θηλειά να πάς να κρεμαστείς
εσύ που τη ζωή μου
όσο-όσο ξεπουλάς
στων δανειστών τα παζάρια
που δέ στη δάνεισα ποτέ μα ούτε σου ανήκει.
Κι άν μονάχος δέ μπορείς
τρέμεις και σου λείπει το θαρσείν
που μου είσαι όλο ειπείν και φερ’ ειπείν
θα σου στείλω το δήμιο του δήμου
να στην τυλίξει στο λαιμό
κάτι που εσύ σε μένα
κάνεις τώρα και καιρό
χωρίς ντροπή χωρίς αιδώ.

Τ’ αγόρασα φτηνό
τώρα που πέσαν οι αξίες
σ’ ανάξιες αγορές κι ομολογίες
μπούχτισα κύρ-φασιστάκο
κι ως τώρα μετανόησα
τόσα ιερά που πούλησα
οργή το νόμο σου έφτυσα.

Τελος πουλάω κι ένα ξόδιον
επιφανές βιβλιοκώδιον
νύχτα περπατεί ο αναιδής
ευχή μοιράζει σ’ ασθενείς
«άντε και καλόν κατευόδιον»,
ο Άδωνις· το μέγα βόδιον.

 

Ε. Κ. Γιαννελάκης.

Τό του Μιλτιάδου τρόπαιον

Κι ως καίγονταν η Σμύρνη
σε πλοία φόρτωσες το βιός σου
να πλεύσεις στη γενέτειρα Αθήνα.
Ξοπίσω έρχονταν οι Πέρσες· δέν τους κουβανούσες στην ψυχή σου.
Τόσην περιουσία
υποψήφιος τύραννος, διέγνωσεν η πόλις
ή σε προόριζεν εντέχνως νικητή του Μαραθώνα;
Κατέπλευσαν
Κύκλωπες και Λαιστρυγόνες στα έλη του Σχοινιά·
εκ περιτροπής οι στρατηγοί
ανέθεσαν εις σέ την αρχηγία
ός μύριζες τα χνώτα των βαρβάρων.
Ονόματα βαρειά κι ιστορικά
της δόξης παρητήθησαν πρός χάριν της πατρίδος.
Κι ως Ίωνες σε πληροφόρησαν
το ιππικό προς Φάληρο κωπηλατούσε
τον της μάχης παιάνα σάλπισες· ξέκανες τα κέρατά τους·
κατάπιε τους η γή του Μαραθώνα νεκρούς η ζωντανούς.
Κι οι πρώτοι μορφωμένοι
την πρώτη τη γραμμή επολεμήσαν.
Κι αν τύμβο νικητήριο δέν έστηνες,
ώ Μαραθωνομάχοι!
τί σημασία για σάς θα είχε
η σοφία και η γνώση
άν «Τό τού Μιλτιάδου τρόπαιον»
ματοβαμμένο
δέν είχατε υψώσει;

Ο λυγμός της Σπάρτης, εν Αθήναις 425 πχ

Μαύρη μέρα
οπού πέθαιναν οι μύθοι
σιδηροδέσμιοι τές οδούς των Αθηνών.
Βροντές κι αστραπές
τον αντρειωμένο έκλαιγαν
δάκρυζαν
των μελλοθάνατων οι κόγχες
δίψα και νερό γλυφό,
η πείνα δέν ξεχώριζε
γενναίους από κιοτήδες
κι η ευφυία νίκησε τη ρώμη·
έτσι ήταν γραφτό να γίνει.

«Και τί νά έκανα όι μάννα μ’;
Μισότρελλοι από δίψα
κουνάγαμε τα χέρια πέρα-δώθε
τις ασπίδες έψηνε ο ήλιος
καίγονταν οι παλάμες μας
άμμος καυτή
σταύρωνε τα πέλματα,
απέναντι ακούγαμε τη σκόνη
πελταστές βέλη ετόξευαν·
ας πέθαινα μάννα μα τυχερός δέν ήμουν.
Πού βρέθηκαν τόσοι εχθροί της Σπάρτης
τί ανομίες κάναμε έναντι των θεών μας;
Τρακόσσιοι είμασταν και μεις
Εφιάλτης μας η δίψα· για ζωή».

Κι ήταν εκεί πολλοί.
Ο Κλέων πρώτος κι άριστος
στη μαύρη λιμουζίνα
χαιρέταγε τα πλήθη,
πίσω ο Δημοσθένης
είκοσι παράσημα· ένα την κάθε αυγή.
Και παραπίσω αιχμάλωτοι
όπλα και αλυσίδες χειροδέσμιοι
ντυμένοι θώρακες κι ασπίδες
κράνη φορούντες.
Κι ήρθαν
κάμερες πολλές και φωτογράφοι
έκτακτα παραρτήματα,
επευφημίες,
τέτοιο μαντάτο δέν είχαν ματαδεί:

Παραδόθηκαν οι Έλληνες!