Καλυψώ (αθανασία)

Εν αρχή
ως επιχείρημα τα κάλλη της
που εσύ έτη εφτά, είχες χορτάσει·
γεμάτο το χαρέμι σου
ξανθιές και μελαμψές
μυγδαλωτές και σχιστομάτες,
γριά την κόττα στο κοτέτσι σου
χρόνια ν’ αγγίξεις είχες.

Είδες κι απόειδες Καλυψώ
αθανασία τού ‘ταξες·
να την έκαν’ αυτός ο άνθρωπος, τί;
χωρίς τρικυμιές και περιπέτειες
πελάγη ευτυχίας εσαεί
αδύνατο να ζήσει,
κείνη η γεύση των λωτών
στυφή στη μνήμη του.
Ούτε και σύ αντάλλαξες
αθανασία μ’ έρωτα
ακόμα κι άν αυτός
λέγονταν Οδυσσέας.

Ούτις,
θνητός γεννήθηκε
θνητός θε να πεθάνει·
σάμπως
τόσοι θεοί που πέρασαν
τούτο το μάταιο κόσμο
απόμεινε κανείς τους ζωντανός;
Θνητοί όμως, έμειναν.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: