Μιάς Τσιγγάνας μάτια

Ορέγομαι!
Τα μαύρα της γελαστά μάτια
κατράμι βαμμένα τα μαλλιά της
τα κόκκινα εφηβικά μάγουλά της.
τ’ άγουρο κι άτσαλο μεστό φιλί της
μιια μαύρη ελιά στην κόγχη των χειλιών της.
Τη μέρα που αποχαιρετηθήκαμε στο λιμάνι
δώσαμε όρκους κι υποσχέσεις,
χορέψαμε συρτάκι στην προκυμαία,
μου είπες σ’ αγαπώ, και γω:

-Δαναΐδα, γλυκιά μου τσιγγάνα!
Εσύ θα βολοδέρνεις στους πέντε ανέμους
κι εγώ θα σε περιμένω να ‘ρθείς στο λιμάνι,
σε απάνεμους τόπους και δρόμους,
πίσω από το φράγμα του λιμανιού
κει που σκάνε τα κύματα του χαμού.

Από τότε κάθε χρόνο σ’ έψαχνα στο ίδιο μέρος
ίδια μέρα, γιορτή του κρασιού.
Χρόνια έπινα το κρασί μόνος
παρέα η σκιά κι απουσία σου.
Θυμάσαι που περπατάγαμε αγκαλιασμένοι
γλυκό κρασί πίναμε ερωτευμένοι,
τον πόθο μας σβήναμε κι οι δυο μεθυσμένοι;
Σχώρα με που κουράστηκα να σε προσμένω
μ’ έκαιγε στα σωθικά να σε περιμένω
μιας τσιγγάνας την αγάπη ν’ ανασταίνω.
Θυμάσαι στη Σαλονίκη, πάνω στο τρένο;
Αναμνήσεις φέρνω στο νου κι ανασαίνω
εσένα να σκέφτομαι ποτέ δε χορταίνω.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: