Archive for Απρίλιος 2014

Καλλιστεία ποίησης

Σε καλλιστεία ποίησης παρέστης
ωσεί απών κριτής και εξανέστης.
Στίχοι κόμματα και τόνοι, ευατάκτως ειρημένα
εισέτι προσδοκάς το λήθαργο να τσακιστεί
μην και φυτρώσουν
σε πλάτες μιας κοινωνίας χαμαιρπούς.
Μικρών το δέμας.

Μήν απορείς και άδικα κοπιάζεις,
γυμνά κορμιά όσο και να τα γδύσεις
στίχους απέριττους και φλογερούς να ζωγραφίσεις,
σάρκα γυμνή.
Αν δεν την ψυχή σου κάμεις θρύψαλα
μήν τρέφεις αυταπάτες·
δικότυλοι στίχοι, μονοκότυλοι
τα μύρια όσα όνειρα κι αν σπείρεις
δέ θα φυτρώσουν μιάν αυγή.

Θράσος κατά Σωκράτους, Εν Αθήναις 2014 μ.Χ.

Πόσον δίκαιο και ηθικό
νόμον άδικο ν’ ακολουθώ
και ποιός το άδικον του νόμου καθορίζει;
Οι καταπιεσμένοι ώ Σώκρατες
ως είναι φυσικόν
γιατί δίχως το άδικον ελεύθεροι θα ήταν.
Τον Χαρμίδη,
που τώρα το κουφάρι του τα όρνεα σκυλεύουν εκεί στο Μικρολίμανο,
εδίδασκες πως
άρχων δέν είν’ αυτός που εξέλεξαν τυχόντες.
Τυχόντας ο λαός ώ Σώκρατες;
Και τί τον άρχοντα ορίζει;
Κληρονομικόν το χάρισμα;
Μα τέτοιο βαυκαλίζονται πως έχουν
όλες οι καφετζούδες.
Οι ποιητές που σέρνονται από αιδοίο σε βραβείο
κι από την αγορά των Αθηνών σ’ αυτή των Βρυξελλών;
Οι έγκριτοι των παράθυρων
-που εσύ ξεύρεις καλά-
ή το δαιμόνιο που σε ξυπνά νωρίς κάθε πρωί;
Ποίος τους άριστους ώ Σώκρατες ορίζει;
Το μαντείο κι οι πυθίες
ή αυτός που σκύβει το κεφάλι σε νόμους άδικους
όπως του λόγου σου έπραξες;
Έσφαζαν χιλιάδες οι φασίστες
μασσημένα σου τα λόγια·
εμ βέβαια, μέλος των τρισχιλίων ήσουν.
Πρόσεξε λοιπόν καλά·
θεός κι αν είσαι
σοφός ή βασιλιάς
ή ό,τι στο διάβολο ακόμη
κανείς δέν αντιστάθηκε της μήνεως
ετούτων των τυχόντων.

Μοιροφόρες

Κυρίες φραγκοφόρες
τουτέστιν μοιροφόρες
μηδέ και μαυροφόρες
φραμπαλάδες ως το γόνατο
χυτά μυαλά στους ώμους,
μοιράζουσες μπριζόλες και αρνιά.
Κυράδες μου καλές καλοκυράδες
τριάντα αργύρια, παράδεισο αγοράζεις
εξήντα, ανακηρύσσεσαι οσία
σύν άλλα τόσα, αγία.
Κι αφού τόσον είσαι αγαθοεργή
κι ως φαίνεται φιλεύσπλαχνη
έλα στην κλίνη μου απόψε
θεά να χειροτονηθείς
και στον Άγιο Πέτρο που θα πας
εσαεί, δωμάτιο με θέα.

Τί φταίω γώ;
Παραδείσια ταρίφα των εχόντων
όσο δε περί των άλλων,
μή κατεχόντων, περιττόν·
πολλά καντάρια φτώχειας.

Θρασύβουλος κατά Σωκράτους

Πόσον δίκαιο και ηθικό
νόμον άδικο ν’ ακολουθώ
και ποιός το άδικον του νόμου καθορίζει;
Οι καταπιεσμένοι ώ Σώκρατες
ως είναι φυσικόν
γιατί δίχως το άδικον ελεύθεροι θα ήταν.
Τον Χαρμίδη,
που τώρα το κουφάρι του τα όρνεα σκυλεύουν εκεί στο Μικρολίμανο,
εδίδασκες πως
άρχων δέν είν’ αυτός που εκλέχτηκε απ’ τους τυχόντες.
Τυχόντας ο λαός ώ Σώκρατες;
Και τί τον άρχοντα ορίζει;
Κληρονομικόν το χάρισμα;
Μα τέτοιο βαυκαλίζονται πως έχουν
όλες οι καφετζούδες.
Οι ποιητές που σέρνονται από αιδοίο σε βραβείο
κι από την αγορά των Αθηνών σ’ αυτή των Βρυξελλών;
Οι έγκριτοι των παράθυρων
-που εσύ ξεύρεις καλά-
ή το δαιμόνιο που σε ξυπνά νωρίς κάθε πρωί;
Ποίος τους άριστους ώ Σώκρατες ορίζει;
Το μαντείο κι οι πυθίες
ή αυτός που σκύβει το κεφάλι σε νόμους άδικους
όπως του λόγου σου έπραξες;
Έσφαζαν χιλιάδες οι φασίστες
μασσημένα σου τα λόγια·
εμ βέβαια, μέλος των τρισχιλίων ήσουν.
Πρόσεξε λοιπόν καλά·
θεός κι αν είσαι
σοφός ή βασιλιάς
ή ό,τι στο διάβολο ακόμη
κανείς δέν αντιστάθηκε της μήνεως
ετούτων των τυχόντων.

Ο δρόμος του οίκτου

Καλήν ημέραν άρχοντα
είναι δέν είναι ορισμός σου
ήρθα στ’ αρχοντικό σου να σου πω
αυτό
που κανένας τεχνοκράτης λεξιγράφος δέ θα πει
σήμερα που και οι λέξεις,
αριθμοί.
Συναίσθημα κι ο οίκτος
απόλυτο και υγιές.
Αρνούμαι το μύθο εκείνο
πως αξιοπρέπεια τον οίκτο αρνείται,
ικέτες τω βωμώ της ένδειας.
Η λύπηση που τώρα νιώθεις
δέν απευθύνεται σ’ αυτόν
που στα σκουπίδια ψάχνει το γάλα των παιδιών του
τον εαυτό σου καταγγέλλει·
ειναι η ντροπή δική σου
(αν ολίγη τσίπα σου έμεινε ακόμη)
ενοχική της λέξης άνθρωπος
και τώρα ξέρεις πως
κτήνος είσαι,
αφού χωρίς αιδώ
τον εαυτό σου καταδέχεσαι
σκουπιδοτενεκές να γίνεται,
αξιοθρήνητο ανθρώπινο σκουπίδι.

Αντίσταση κατά της Αρχής

Δέν πολεμάμε παιδί μου γιατί προτιμούμε το θάνατο από τη σκλαβιά,
πολεμάμε γιατί αγαπούμε την ελευθερία πιότερο κι απ’ το θάνατο.

Μήν ακούς τι λένε τα μαθητικά σου βιβλία περί θυσιών
Θερμοπύλες, Μανιάκι και τόσα·
για Γοργοπόταμο ούτε λόγος,
έχουν άλλα ποτάμια τώρα ν’ ασχολούνται.
Οι μόνοι που θυσιάζονται γιέ μου
ειναι αυτοί που δέν αντιδρούν στη σφαγή τους.
Μόνον οι ζωντανοί αντιστέκονται·
άλλοτε τιμούνται ως ήρωες
κι άλλοτε
απλά κατηγορούνται για αντίσταση κατά της αρχής.

 

Ε. . ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ.

Ο φασισμός της Σπάρτης

220. Ο φασισμός της Σπάρτης.

Το Δωρικόν μας έθνος
την Αθήνα αιχμαλώτισε
μακρά της τείχη κατεδάφισαν οι συνωμότες
πιέσαμε μεταρρυθμίσεις
κι ως οι κατακτητές ανά την ιστορία,
δικό μας το πολίτευμα
-τυραννικό δέ λέω-
επιβάλαμε στο άστυ.
Εγώ δέ ζώ εγέρθουτος
είμαι ο Λύσανδρος
της αλεπούς ο γιός·
από δώ η γερουσία
πιό κεί οι πέντε ευάλωτοι
και πίσω ασθμαίνοντες οι βασιλείς.
Καταγωγή το πιο σωστό στη Σπάρτη
κι ας ώ Θρασύβουλε αγόρευες στο βήμα,
δέν είναι μήτρες πήλινες και άλλες πλατινένιες που γεννούν,
γιατί αγαπητέ Σηναίλυννα όλα δημοκρατία είναι·
των πολλών, δημαρχική
-λέμε τώρα, έτσι να ξεγελιέται ο λαός-
των ολίγων ολιγαρχική
των ελάχιστων φασιστική,
ο διαιρέτης αριθμός αλλάζει μόνον.
Γενικά,
το λακωνίζειν κυριεύει τη ζωή της Σπάρτης.
Διαλέξαμε στρατοκρατία·
μήτρες ντυμένες το χακί, γεννοβολούν αβέρτα μολυβένιους
κι όταν ολίγον το περίσσευμα να μοιραστεί στους ποπολάρους
είλωτες βαφτίζουμε τους περίοικους και ξεμπερδεύουμε.
Και μή γελιέσαι Αθηναίε δημοκράτη·
Δημοκρατία·
ένας διαιρέτης μοιρασιάς
που αλλάζει κατά το δοκούν των κατεχόντων πλούτο κι εξουσία
και πάντα
αδιέξοδος ο δρόμος της να καταλήγει
στο φασισμό της Σπάρτης.

Ε. Κ. Γιαννελάκης

Τα λόγια της κάμαρης

Έλα γιε μου να σου δείξω
την κάμαρη που μεγάλωσα
έπαινοι κι αριστεία στους τοίχους
και τούτα τα κουμπούρια του προπάππου σου
κάτω από ‘να Σουλιώτικο λάβαρο.
Ένα γαλαζοβράκι κι ένα σπαθί
τσαπράζια και τσαρούχια,
για ειδές λεβεντονιέ μου
τί πρόγονοι
τί ήρωες μας γέννησαν.
Περηφάνεια μας δεν ήταν
αυτά τα κουμπούρια παιδί μου,
αυτά αλλάζουν με τα χρόνια.
Κάποτε ήταν βέλη και σπαθιά
σήμερα ποιός ξέρει
κι ας πάλι μ’ υψωμένες γροθιές πολεμάμε τα χημικά τους.
Κι όσο να πεις
κι όσο να θες να βρεις δικιολογίες
αιώνες κι αν επέρασαν
τα πιο φαρμακερά
τόσον ευθύβολα κι ατρόμητα
η μεγαλύτερή μας περηφάνεια γιέ μου
τα βόλια που εξέρχονται του έρκους των οδόντων·
τα λόγια και ο λόγος μας.