Archive for Ιουνίου 2014

Για την πλύστρα τη μάνα σου (Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ)

Τη μάνα σου θυμάμαι·
και τί δεν έκανε
στα ξένα να σπουδάσεις,
πόσες σκάλες
τόσες σκάφες στο ποτάμι
εσύ ο γιος της πλύστρας
τρανός να γίνεις δικαστής
στην έδρα το γουνάκι σου να καμαρώνει
ή και το δίχως άλλο, πρώτο πολίτη να σε δει κατά τα ειωθότα.
Και συ δε λέω, γερό κεφάλι·
τόσα βάσανα και κόπους
από φωτιές απόδρασες, σημαία σου η γνώση.

Όμως φίλε μου πώς κατάντησες
τόσες ζωές να ακυρώνεις;
Απόθανε η γερόντισσα·
ευτυχώς δέν πρόλαβε να δει
τί για την πλύστρα μάνα σου δέν έκαμες.
Τί τά ‘θελες τόσα πτυχία
τόση ζωή χαράμι;
δέ χρειαζόσουν όλ’ αυτά να φτύνεις τη γενιά σου.

Ε. Κ. Γιαννελάκης.

Εγώ, ο άνεργος

Τί θέλετε ρε από μένα,
ένα ρεμάλι έγινα,
εγώ που τίποτα δεν έλειπε απ’ τό σπίτι μου
και τώρα γάλα και ψωμί στους κάδους ψάχνω;

Τί θέλετε ρε από μένα
που η δική σας κοινωνία στο περιθώριο έβγαλε,
που η δημοκρατία σας έδωσε το δικαίωμα
να ψηφίζετε για τις δικές μου τύχες
και σεις απάνθρωποι καταδικάσατέ με;

Τί θέλετε ρε από μένα
που τ’ όπλο απώλεσα της απεργίας
ετούτο το δικαίωμα να νεκρωθούν τα πάντα όταν πεινά η φαμίλια μου;

Μήν απαιτείτε λογική απ’ έναν άνεργο·
ουδόλως νοιάζεται ποιός τά ‘φαγε η όχι,
να εκδικηθεί το νοιάζει
αυτή την κοινωνία σας που αχρηστεύοντάς τον
απαξίωσε στο δρόμο της ελεημοσύνης.

Ανθοταξία, στάχυς.

Έχω χρόνια να σου γράψω
αιώνες και μπορεί
πού να θυμάμαι τώρα που φύρανε το μυαλό;
-Ανθοταξία, στάχυς.
Αχ δάσκαλε που δίδασκες πως τα σπαρτά ανθίζουν
λησμόνησες όμως να πεις γι’ αυτά τα κίτρινα σπάρτα.
Τί κι άν
τα μέν ήταν θυμωμένα
τα δέ έκαιγε ο λίβας
πάντα χορταίναμε ψωμί
όμως δέ χορτάσαμε χρώμα κι άρωμα
κι απομείναμε δω πεινασμένοι
να σχεδιάζουμε όνειρα, πολλά όνειρα·
για το παρελθόν.