Ο Μόσκοβας

Παλαιόθεν
το σεφέρι έφερνε ο Μόσκοβας
εκείνος ο αέρας που δέ φύσηξε ποτέ.
Δίχως ποτάμια και πηγάδια
μ’ άδειες στέρνες μοναχά,
Έρημο έλεγαν τη χώρα μου
τα ρόδα της μοιρολατρεία,
επί ματαίω πολεμούσα για πικρό ψωμί.

Τώρα,
πρόσωπα χαρωπά αποζητώ
κι ας είναι το ψωμί τους ακριβό·
ίσως επιτέλους κατανόησα,
ένα πορτοφόλι πίκρες
αδειάζει μόνο με χαμόγελα.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: