Archive for Απρίλιος 2015

Πατριδοκάπηλοι

«Πατριδοκάπηλοι»

Κοντυλοφόνα όρνεα
λυκόεσσα αγέλη μισθοφόρων
νεκρόφιλα τσακάλια, ερμαφρόδιτα,
το σώμα ενός ιστορικού λαού σκυλεύετε
ξεσκίζοντας τις σάρκες του πατριδοκάπηλοι
όσο όσο πουλώντας στα παζάρια
τον πατέρα και τη μάνα σας,
ανομήματα νιπτόμενοι ανώνυμων πηγών
π’ αναβλύζουν ψέμματα και καπηλεία
σε ποτάμια παραχαρακτών και κάλπικων ειδήσεων,
καθημερνή σας κολυμβήθρα
των μιαρών οπίσθιων μεταξωτών σας.

Βυσσοδομούσες ύαινες·
τα κοκαλά μας τρέφεστε το πρωί
κι ηδονικά το βράδυ αφοδεύετε
στους τάφους των προγόνων σας!

Ε. Κ. Γιαννελάκης.

Η αμοιβή

Από παιδί ήσουν καλός
και τώρα που μεγάλωσες, καλός.
Και σαν καλός που ήσουν πάντα,
αμείφθηκες μ’ «ευχαριστώ».
Πολλά ο σκορποχέρης
χίλια ο χουβαρντάς
ένα ο τσιγγούνης
μισό «ευχαριστώ» ο πονηρός,
τσουβάλια πολλά εγέμιζες
στίβες στις αποθήκες.

Με τόσα «ευχαριστώ» που αποταμίευσες
μετρώντας τα το βράδυ ένα-ένα
επί αιώνες θα κοιμάσαι,
τα όνειρά σου εξασφάλισες
για τούτη αλλά και τη ζωή την άλλη·
κι εφόσον ως κομμουνιστής στην κόλαση,
ο τυχερός παράδεισο θα ονειρεύεσαι
κι οφείλεις να ευχαριστήσεις το θεό τους
που σού ‘κανε αυτή τη χάρη!

Τα πουλιά

Και πάντοτε θα κλαίς
για ένα όνειρο που δέν αξιώθηκε να ζήσει
χωρίς ποτέ να μάθεις αν άξιζε να το ζήσεις.
Γι’ αυτό, παράτα το·
στείλ’ το στα άχρηστα της μνήμης.

Πουλιά τα όνειρα·
σμήνη που πέρασαν πάνω από τη στέγη σου
μα ελάχιστα στην αυλή σου
προσγειώθηκαν
και τώρα που στην πείρα έχεις κυλιστεί
είναι αργά, πίσω να γυρίσεις
τους σωστούς σπόρους να σκορπίσεις στα γόνιμά σου κεραμίδια.
Πουλιά τα όνειρα· χάθηκαν.

Όνειρα

Ποτέ δεν έφυγες κι ούτε ποτέ θα φύγεις
αυτά τα μάτια σου θα βλέπω όταν ξυπνώ
αυτή σου η μυρωδιά νανούρισμα να κοιμηθώ
και σ’ όνειρα τρελλά την τύχη μου να οδηγώ
κάστρα ανίκητα και στο βοριά ακίνητα
που πίσω τους φωλιάζει η αγάπη,
ένα φιλί ερωτικό σε κάποια κώχη των τειχών
κι άσ’ τον αέρα να σφυρίζει.
Κι ολονυκτίς τα όνειρά μου ζούν,
σβήνουν διλήμματα και αποστάσεις,
χάρτες ονείρων ζωγραφίζω κάθε βράδυ.
Κι όταν με το καλό ξυπνώ να ξαναπώ
τόσο πώς κάνω ποδαρόδρομο
να φτάσω το Ρουβίκωνα να τον διαβώ
στον Πύργο το Λευκό να ρθώ και να σε βρώ
αιώνια πόλη του έρωτα!

Σ’ αυτό τον ποταμό,
νερό του σιγανό και άλλοτε θολό
ρέουν άφθονα διλήμματα και αποστάσεις·
ότι κι αν λέω και να πώ
απόφαση να τον διαβώ,
μόνο μπροστά στις όχθες του.

Το βάλσαμο

Είν’ ένα λουλούδι,
βάλσαμο του ανυπόμονου έρωτα,
αέναα ανθίζει μέχρι τα βαθειά του γεράματα
σ’ ένα μέρος δίχως εποχές
όλες οι εποχές του άνοιξη.
Πώς να ζωγραφίσεις σε τούτο το μέρος
ύμνους για χειμώνες και καλοκαίρια
για φύλλα που φθινοπωριάζουν
κίτρινα και μαβιά,
δέ συνθέτουν αυτό τον τόπο οι τέσσερις εποχές.
Ανυπόμονα μπουμπούκια
πολύχρωμα καρδιόσχημα
ανθίζουν και καρπίζουν χωρίς σταματημό,
βάλσαμο του ανυπόμονου έρωτα.

Ανούσια μια αέναη άνοιξη στη ζωή μας
όμως η σιγουριά πως θα ρθεί
βάλσαμο στις παγερές νύχτες του χειμώνα.

Πλεόνασμα ήττας

«Πλεόνασμα ήττας»

Σκύψε τώρα,
η μόνη κίνηση πού έμαθες τόσο καλά να κάνεις,
τύλιξε το χαλί της ήττας
πάρ’ το παραμάσχαλα κι εξαφανίσου,
μην και παραδώσεις το στη γενιά π’ ακολουθεί
και πορευτεί μ’ αυτό στην επόμενη καμπή της ιστορίας.
Έχασες· παραδέξου το να ξαλαφρώσεις,
δέν θά έχεις άλλην ευκαιρία στη ζωή σου.
Ηττοπαθής ως είσαι πάντα το τέλος σου θα γράφει
τής Αιγός τους Ποταμούς.

Ε. Κ. Γιαννελάκης.