Archive for Ιουλίου 2017

Ζωή είναι πριν·μετά είναι αργά.

“ Ζωή είναι πριν· μετά είναι αργά.”

Σαν είσαι νέος
έχεις πάρα πολλά να κάνεις
και πολύ λιγότερα να πεις.
Σα μεγαλώνεις
έχεις πολλά να πεις
και λιγότερα να κάνεις.
Γερνώντας,
έχεις τόσα μα τόσα πολλά να πεις
που έστω κι αν λίγα απ’αυτά δεν έκανες εν όσω ήσουν νέος,
δε σε ακούει κανείς.
Και μαραζώνεις·
μόνος
έρμος
δυστυχής.

Ε. Κ. Γιαννελάκης.

Advertisements

“ ΕΛΠΗΝΩΡ “

Κι ώ Οδυσσεύ
παρακαλώ σε και ξορκίζω
σα φύγεις από δω
στην Αία πισωγύρισε
στο σταυροδρόμι που σκοτώθηκα
όταν τους φωτεινούς του Δία παραβίασα.
Ήταν πολύ που ήπια το κρασί
δέ πρόσεξα το κόκκινο φανάρι,
που ήμουν κωπηλάτης άκοπος
που θυμωμένα πέλαγα σε γλίτωσα,
τσακίστηκα ο έρμος στης γέφυρας τα στήθια·
την Κίρκη στη σέλα μου γραμμένη
και λίγο παραπάνω.
Ακόμα με ψάχνει η μάνα μου
κανείς άλλος δεν ξέρει
πού είν’ αυτή η ερημιά.
Απάνου στη βιασύνη σας
στη μοίρα σας απάνω
μ’ εγκαταλείψατ’ άταφο.
Και σα με κλάψ’ η δόλια μου
το σώμα μου να κάψετε
απάνου στην πυρά,
το ξόδι μου πληρώσετε
σε ξακουστό γραφείο του Ερμή,
ενα να·ί·σκο στήστε εκεί σιμά
στ’ ακρόποδα της Αίτνας
κι ένα μαρμάρινο κουπί
να βλέπουν όσοι προσπερνούν
πώς το μεθύσι μ’ έσυρε
στις λησμονιές του Άδη.

Κι ώ τέλος σου ζητώ
φύτεψε μια πυραγκαθιά
πλάι στο εκκλησάκι
να έρχονται οι κότσυφες
γλυκά να κελαηδούν
καθώς μεθούν στο άρωμα
των κόκκινων καρπών της.

Ε. Κ. ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ.

“ Η ΓΕΝΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΛΑΥΣΗΣ “

Ελπίδα γυρεύω στον εαυτό μου
στον τραγικά ανήκεστο παλμό μου
οικτίρω τον κυνικό εγωισμό μου
άθλιο υπαρκτό αλτρου·ι·σμό μου.

Γιατί να μή χα·ι·δεύω τ’ αυτιά
μιας αφύσικα άτιμης παλιανθρωπιάς
νά ‘μαι και ‘γώ, ένας ψευτόπαις ωραίος
δίχως βάσανα, λελογισμένο χρέος,
ξιπασμένος Κόης μυημένος
στα Καβείρια μυστήρια δοσμένος
παράτες και ημίψηλο ντυμένος
σε σπηλιές κυκλώπων κρυμένος;

Κι όλοι εσείς ικέτες της ηδονής
μιας μυστήριας εκπνέουσας στιγμής,
να προσκυνάγατε εμέ τον πικραμένο
ένα πανάθλιο μύθο, λησμονημένο
τών υπάνθρωπων αυτής της γης,
τών μεμπτών της τρέχουσας ζωης.
Κουτσές ψυχές, μαζεμένες ένα κουβάρι,
καλουπωμένα κορμιά που έχουν σαλπάρει
στα δίχτυα μιας παράταιρης μοίρας έχουν φρακάρει,
στο βούρκο των λιμανιών, έχουν ως έρμα μπατάρει..
Στα νησιά μεθάτε με καβλόχορτο·
στο σύνταγμα την επαύριο με κουτόχορτο·
τόση αδυναμία σ’ αυτό το μεθύσι
κι άλλη τόση, στων γονιών σας το μπαξίσι;

Γενιά βαλτωμένη στην τρέλα
ο ήλιος φωτίζει πάνω στα σκέλια
βγάλε τις τσίμπλες λοιπόν από τά μάτια
κι άσε το φώς να φωτίσει τα σκοτάδια.
Φταίει ο ένας φταίει ο δείνα φταίει ο άλλος
ο γονιός σου κι ο αδερφός σου ο μεγάλος,
φταίω γώ και ο κακός σου ο φλάρος.
Γιατί δε δένεις τους φταίχτες μ’ ένα σκοινί
να τους στείλεις στα Τάρταρα όλους μαζί,
παρά μαλακίζεσαι σε όποιο νησί ;
Ο τόπος σου είν’ ενός φτηνοκόλακα
η φωλιά σου ξεχασμένου βρυκόλακα,
στην ανέμελη άνοια της ζωής σου
μαγαρίζεις πισώστρατα το κορμί σου.

Ματώνουν οι γονείς σας για “δωρεάν παιδεία”·
αγεναίοι! Τους πληγώνετε με τόση απαξία,
βυθίζεστε στου σύμπαντος την εντροπία·
κουρντισμένα μυαλά, αναίσχυντα εργαλεία.
Διάβασμα στο διάβασμα,σπουδές,
πληθαίνουν των ανέργων οι ορδές·
πώς τόσα χρόνια αντέξατε τέτοια τυραννία,
πού πήγαν οι εγκέφαλοι απ’ τ’ άδεια σας κρανία
και ρέπουν τα κορμιά σας στην ακολασια;
Απεχθάνεστε την τσίκνα των ψητών,
την οσμή των ιδρωμένων ποδαριών
και γώ θλίβομαι:
Στη στάχτη των καμένων σας μυαλών,
στο τρέκλισμα των οπιούχων σας χορών,
στη ρήση, των ανύπαρκτών σας λογισμών.

Ε. Κ. ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ.

“ Η ΑΝΕΡΑΣΤΗ ΓΕΝΙΑ “

Καράβια αβύθιστα,
μυαλά αγύριστα
ταξιδεύουν στα Τάρταρα·
αντικρυστός ο χορός των φελλών.
Πώς να μην επιπλέει το καράβι
αφού η βλακεία γεμίζει το κεφάλι;
Χρόνια στοίχειωναν στον καναπέ
ξενέρωτα μυαλά, τίγκα στο φραπέ.
Στο Σύνταγμα βαράν το κεφάλι τους
οι ίδιοι που αύριο στις κάλπες ορίζουν,
τους Καίσαρες που τώρα οργισμένοι βρίζουν.
Είναι η απολίτικη γενιά του τίποτε
-χάθηκε η επαναστατημένη γενιά του κάποτε-
δίχως ιδέες, χωρίς ιδανικά,
παστά· αλλοτροιωμένα μυαλά.
 
Βαφτίστηκες στα ξέκωλα της Μυκόνου
εξαρτημένη της ηδονής γενιά·
ανέραστη η γενιά που δεν επαναστάτησε.
Στη ζωή οι αλλαγές έρχονται μ’ άλματα
μόν’ αν κυλήσουν ποτάμια τα αίματα.
Στις δικές σου φλέβες,
ρέουν ουσίες κι οινοπνεύματα.

Ε. Κ. ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ.

“ ΑΤΙΜΟ ΜΑΧΑΙΡΙ “

Μπούχτισα με τα ψέμματά της.
Με την αρμύρα κοιμάται
με τη βροχή ξυπνά,
στην αυταπάτη γερνά
παντού μια μάνα την κυνηγά.

Ζυγιάζω στην κόψη του μαχαιριού.
Τσούχτρες οι μαχαιριές,
ματωμένη η ψυχή
χτυπά με ορμή σ’ένα τοίχο.

Παρασέρνομαι στο χαμό της
και κόβω έναν οιδιπόδειο δεσμό
που μαγγώνει το σιαμαίο της μυαλό.
Κλωστή απ’ τά σπλάχνα μου
έραψε τις πληγές της.

Άτιμο μαχαίρι, τα μάτια μου έβγαλα.

Ε. Κ. ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ.

ΑΝΤΙΦΩΝ

“ ΑΝΤΙΦΩΝ “

Ώ Αντίφων!
Εγεννήθης από τζάκι
σπούδασες τα Χάρβαρντ και τα Κέμπριτζ,
στην πολεμική βιομηχανία επένδυσες.
Τί τριήρεις·
τι κριοί·
τί τόξα βέλη και φαρέτρες·
ξεχείλιζε το Δήλιο Ταμείο.

Κι όταν το μίσος των συμμάχων κατάτρωγε τα σωθικά σου,
τόσο βιός π’ απόχτησες,
– χρυσά τάλαντα σε θυρίδες πίθων και ναών –
γιατί να μοιραστείς με συμπολίτες σου
ως χτες συμμαχητές της Σικελίας;
Μεταστάς του πολιτεύματος,
την πατρίδα σου σε Γερμανούς παρέδωσες.

Τί κι αν το τομάρι σου δέν έσωσες καταφεύγων στη Δεκέλεια,
τί κι άν απολογήθηκες μελίρρυτα ως ο Αγάθων αναφώνησε,
έπρεπε να ξέρεις πως
η εσχάτη προδοσία τιμωρείται με ατίμωση·
άταφο σ’ άφησαν
σε ξέσκισαν οι γύπες και τα όρνια.

Ε. Κ. ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ.

 

“…καὶ τοῖς περὶ τῶν προδοτῶν ἐπιτιμίοις ὑπαχθεὶς ἄταφος ἐρρίφη καὶ σὺν τοῖς ἐκγόνοις ἄτιμος ἐνεγράφη.”

ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ.

«Ζωή είναι»

Όσα ταξίδια κι αν κάνουμε,
πάντα θα υπάρχει το ταξίδι που δέν έχουμε κάνει
μέχρι το τελευταίο ταξίδι.

Στη ζωή
ταξίδια έκανα πολλά,
με τη Ζωή κανένα.
Την καρδιά σου μου πρόσφερες Ζωή
κι ότι ακόμα δέν έμαθα
αν να την ανοίξω πρέπει
ή να την κλέψω.
Είπα να ρίξω λίγο φώς·

γιατί Ζωή είναι:
όλα τα χρώματα της ίριδας
τα όνειρα μιας ολάκερης ζωής
που κάποια ανεξίτηλη πένα γράφει στο θυμικό.

Γιατί Ζωή είναι:
σιωπητήριο σε κατάφυτη ερημιά
όπου ακούγονται οι ήχοι των πουλιών,
θρόισμα των πλατανιών σκεπάζει την ανάσα
και μέσ’ από πηγές
που δροσίζουν τις διψασμένες λυγαριές,
αναβλύζουν τα όνειρα που δέ ζήσαμε
παραπονεμένα να μας καλούν,
γιατί;
ποιός ο λόγος που τ’ αγνοήσαμε.

Ε. Κ. Γιαννελάκης.