“ ΕΛΠΗΝΩΡ “

Κι ώ Οδυσσεύ
παρακαλώ σε και ξορκίζω
σα φύγεις από δω
στην Αία πισωγύρισε
στο σταυροδρόμι που σκοτώθηκα
όταν τους φωτεινούς του Δία παραβίασα.
Ήταν πολύ που ήπια το κρασί
δέ πρόσεξα το κόκκινο φανάρι,
που ήμουν κωπηλάτης άκοπος
που θυμωμένα πέλαγα σε γλίτωσα,
τσακίστηκα ο έρμος στης γέφυρας τα στήθια·
την Κίρκη στη σέλα μου γραμμένη
και λίγο παραπάνω.
Ακόμα με ψάχνει η μάνα μου
κανείς άλλος δεν ξέρει
πού είν’ αυτή η ερημιά.
Απάνου στη βιασύνη σας
στη μοίρα σας απάνω
μ’ εγκαταλείψατ’ άταφο.
Και σα με κλάψ’ η δόλια μου
το σώμα μου να κάψετε
απάνου στην πυρά,
το ξόδι μου πληρώσετε
σε ξακουστό γραφείο του Ερμή,
ενα να·ί·σκο στήστε εκεί σιμά
στ’ ακρόποδα της Αίτνας
κι ένα μαρμάρινο κουπί
να βλέπουν όσοι προσπερνούν
πώς το μεθύσι μ’ έσυρε
στις λησμονιές του Άδη.

Κι ώ τέλος σου ζητώ
φύτεψε μια πυραγκαθιά
πλάι στο εκκλησάκι
να έρχονται οι κότσυφες
γλυκά να κελαηδούν
καθώς μεθούν στο άρωμα
των κόκκινων καρπών της.

Ε. Κ. ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: