Archive for the ‘Ποίηση’ Category

ΤΟ ΠΗΓΑΔΙ ΜΕ ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ

ΤΟ ΠΗΓΑΔΙ ΜΕ ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ

Και το το φιλί σου ζουμερό όπως την πρώτη νιότη

κι η αγκαλιά σου προσευχή, λάγνα και μοναχή.

Δε δίστασα. Δεν άπλωσα το χέρι μου αντίδωρο να πάρω,

μου τό δωκες εσύ, μονάχη μοναχή.

Στα χείλια στο στόμα στο κορμί

μια θάλασσα ένα κύμα ένα σκαρί σε άλλους κόσμους μονάχη και μαζί σε αλλα μέρη κι όνειρα.

Στη Μήλο και στη Νιό

-βδέλα γλυκιά η ηδονή-

να φύγω να σαλπάρω.

Δεν ξέρω πώς

δεν ξέρω τί

δεν ξέρω τί και πώς,

αυτό που ζήσαμε δεν είχε λογική

δεν είχε βάθρο, όρια

δεν είχε κλίμακα και μέτρο

ούτε μονάδες, νούμερα να τρέξω να μετρήσω.

Τί ήταν

τί το άυλο που ένιωσα;

Καρπός ουρί του παραδείσου.

Κι έφυγε• πάει.

Πού πάει

πώς στροβιλίζει η ζωή

πώς δραπετεύει τ όνειρο,

να τό χεις δίπλα σου να το ρουφάς

να ξεδιψάς και διψασμένος νά σαι;

Και πέρασαν οι μέρες.

Και πέρασαν τα χρόνια.

Και πάλι σε κείνο το πηγάδι σίμωσα

να μαγκανίσω το νερό με τα δικά σου δάκρυα

κι εγέμαε τ’ αγγειό με διψασμένα όνειρα

που δεν εχόρτασαν ποτέ νερό μα ούτε και δάκρυα στο βυθό.

Ε Κ ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ

ΖΩΗ ΕΙΝΑΙ ΠΡΙΝ. ΜΕΤΑ ΕΙΝΑΙ ΑΡΓΑ.

ΖΩΗ ΕΙΝΑΙ ΠΡΙΝ. ΜΕΤΑ ΕΙΝΑΙ ΑΡΓΑ. 

Σαν είσαι νέος

έχεις πάρα πολλά να κάνεις

και πολύ λιγότερα να πεις

και όσο μεγαλώνεις

έχεις πολλά να πεις

και λιγότερα να κάνεις.

Γηράσκοντας,

έχεις τόσα μα τόσα πολλά να πεις

που έστω κι αν λίγα απ’αυτά δεν έκαμες ενόσω ήσουν νέος,

δε σε ακούει κανείς.

Και μαραζώνεις·

μόνος

έρμος

δυστυχής.

Ε Κ ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ

Ο ΗΛΙΟΣ ΒΑΣΙΛΕΥΕΙ

Ο ΗΛΙΟΣ ΒΑΣΙΛΕΥΕΙ

Ο ήλιος βασιλεύει στη δύση του. 

Μεγαλοπρεπής, φωτοστεφανωμένος. 

Κι οι άνθρωποι βασιλεύουν στη δύση τους

άλλοι εις μικρόν άλλοι εις μάτην. 

Στέφανον εκ σοφίας.

Ε Κ ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ

ΡΩΤΑΝΕ ΤΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ;

ΡΩΤΑΝΕ ΤΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ;

Μέτρησα πολλούς σταθμούς σ’ αυτό το μονοπάτι. 

Εσύ, στο τέρμα της διαδρομής.

Μου έλειπε η ρώμη να «σκοτώσω» τους μνηστήρες.

Σε πόθησα μα ντράπηκα και δε στο είπα. 

Γενικά στη ζωή είναι κάποιοι άνθρωποι που δεν αγγίζουν τα λουλούδια• φοβόμαστε μη μαραθούν. 

Κι έρχονται χέρια ξένα, 

τα μαδάνε

απολαμβάνουν την ομορφιά τους. 

Αυτός ο φόβος, αυτός ο μεγαλοϊδεατισμός, αυτή η δειλία.

Έχουμε να πάμε Σούνιο, 

έχουμε να πάμε Δασκαλειό, 

στη λίμνη για ομελέτα, 

στα πλατάνια του Βαρνάβα και σε άλλα μέρη έχουμε να πάμε• στα όνειρά μας.

Δεν ήθελα απ’ το χρόνο σου, απ’ τον ελεύθερό σου χρόνο ήθελα. 

Ήθελα• εκείνο το λουλούδι που δεν άγγιξα ποτέ. Και δεν το ρώτησα.

ΙΣΜΑΡΟΣ

Μέτρα και σώπα

«Μέτρα και σώπα»

Μέτρα νεκρούς στο Μάτι.

Μέτρα νεκρούς στις ΜΕΘ.

Μέτρα συγκεντρώσεις, μέτρα διαδηλώσεις και γενικά,

μέτρα μποτίλιες αίμα 

και πιάτα κόκαλα 

-πρώτα και δεύτερα και τρίτα-

με ατιμίας γέμιση σερβιρισμένα.

Μέτρα καταληψίες, 

μέτρα τανκς 

μέτρα χρέη 

και στο τέλος τέλος 

μιας και τόσο καλά έμαθες να μετράς,

μέτρα και τα δυο μέτρα γης που θα σε χώσουνε πουτάνας γιε  

με σάβανο τα κουρέλια.

Κι όταν τελειώσετε το μέτρημα αιμοδιψή τρολάκια

ακούστε την τρομπέτα και σωπάστε•

κι αφουγγραστείτε τη σιωπή για ν’ ακουστούν οι άνθρωποι.

ΙΣΜΑΡΟΣ

Φαιδρός

«Φαιδρός»

-Εσείς φαιδρέ πρωθυπουργέ για όλ’ αυτά τί λέτε;

-Α ναι, εγώ. Εγώ, εσπούδασα στο Χάρβαρντ.

– Τί λες μωρή μαϊμού πως σπούδασες στο Χάρβαρντ; 

Το βλογιοκομένο Λιγδιάδη 

και τον άλλον τον παιδέρα Νίκο Βοργιάδη

εγώ τους έφερα στην αγορά 

στους Αέρηδες της Πλάκας να μπανίζουν αγοράκια ;

-Ασπάζομαι τις λέξεις σου Αριστοφάνη

μηδέ σε θέατρο και σε σανίδι,

μα μία προς μία ως ξεστόμισες στα άδυτα των συμποσίων:

«Και όταν γίνουν άντρες στην παιδεραστία επιδίδονται

στην αγορά αναζητούν το άλλο τους μισό

καλοτυχίζοντας τον Παυσανία

τα κάλλη του Αγάθωνα ποθώντας».

Έχω γυναίκα και παιδιά Αριστοφάνη

και μή μπορώντας,

σε πάω γαμιώντας 

και περπατώντας.

Και στο εξής Αριστοφάνη,

το Χαϊκάλη θα το φωνάζεις Παύλο

και το Λιγδιάδη, Γνωστό.

Ε Κ ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ

ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ

ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ

Απαντήσεις υπό αίρεση, 

θάρρος μηδέν.

Το θράσος περισσεύει σαν αθετείς το λόγο σου.

Οποίον έζησες και δε βολεύει διαγράφεις, 

κενό στη θέση του ή ένας μύθος. 

Η ζωή σου μπαλωμένη κουρελού γεμάτη τρύπες•

δε σε τρομάζει ο θόρυβος των τρωκτικών;

Μου γράφεις πως μοιράζεσαι τα όνειρα

ενώ μοιράζεις τη ζωή σου στα όνειρα των άλλων,

συ που στερείς τον εαυτό σου από τ’ όνειρο

κι όλο δανείζεσαι από τράπεζες ονείρων.

Τόσον αγώνα, 

στερήσεις δάκρυα ανατροπές 

ξόδεψες τη νιότη σου να πάρεις το χαρτί 

κι ακόμα να πατάς στο ίδιο μετέωρο σκαλί;

Και όλ’ αυτά γιατί;

Ξέρεις γιατί;

Γιατί δεν έμαθες ποτέ σου να μοιράζεσαι

-και ποιός να σου το μάθει στο Κατηχητικό που πήγαινες;-

και το αυτό να απαιτείς από τους άλλους.

Ε Κ ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ

ΣΑΡΑΒΑΛΑΚΙ ΜΟΥ

ΣΑΡΑΒΑΛΑΚΙ ΜΟΥ

Είπα να ξαναρθώ

το χάλκινο καντήλι σου ν’ ανάψω,

αρχαία σκουριά.

Πήρα τον ίδιο δρόμο.

Πρώτο φανάρι δεξιά

τσακίζω το χειρόφρενο. 

Την πρώτη το καρμπυρατέρ.

Χωρίς εσένα πουθενά,

σαραβαλάκι μου.

Οιωνοί, νύν και αεί. Οιονεί.

Ωδίνες για κάτι που υπέροχο θα γεννηθεί

ή μήπως μάθημα ζωής, φθορά του χρόνου;

Δεν είμαι ‘γω προληπτικός 

και δυστυχώς ή ευτυχώς, 

ο άνθρωπος δεν παίρνει σέρβις• είναι μια κι έξω.

Γνησίως ανταλλακτικά, 

μόνον ο Πλάστης• κι Αυτός, δεν δίδει. 

Ούτε σε προσευχές ενδίδει.

Δεν ήταν λάθος κίνηση να έρθω να σε βρω 

αλλά το βήμα μου το δεύτερο, μετέωρο.

Μά τώ Θεώ. Δεν παίρνω σέρβις.

Και αν ακόμα,

την τύχη αυτή την είχα

-να παίρνω σέρβις-

καιρός που έχω βγει 

απ’ την πολύχρονη εγγύηση.

Ε Κ ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ

Ο ΧΡΟΝΟΣ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΠΕΠΕΡΑΣΜΕΝΟΣ

Ο ΧΡΟΝΟΣ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΠΕΠΕΡΑΣΜΕΝΟΣ

Το παραθύρι σου άνοιξα.  

Στην αστρόεσσα νύχτα, νεφέλωμα φωτεινό . 

Του Ωρίωνα πίστεψα, τυφλώθηκα. 

Κομήτης ήταν και χάθηκε.

Ξαναβρήκα το φως μα τ’ όνειρο έσβησε.

Ο κομήτης θα ξαναρθεί. 

Πότε θα ξαναρθείς ένα βράδυ στην αγκαλιά μου; 

Ο χρόνος μου είναι πεπερασμένος.

Ακόμα σ’ αγαπώ

κι αυτή η φωτιά καίει το χρόνο. Δεν τελειώνει.

Σε θέλω.

Σε θέλω όπως το μωρό το βυζί της μάνας του, 

ακόμα σ’ αγαπώ•

και δεν το διαπραγματεύομαι ούτε με το Θεό.

Ο χρόνος μου είναι πεπερασμένος.

Ε Κ ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ

Ο ΓΙΟΣ ΤΟΥ ΕΦΙΑΛΤΗ

Ο ΓΙΟΣ ΤΟΥ ΕΦΙΑΛΤΗ

Φόρεσες τις κολώνιες σου

κι όλα τα πατσουλί σου

γαμπρός εντύθηκες στην εκκλησιά του δήμου.

Τόνοι θυμιάματα

πολύ λιβάνι,

μα πώς να κρυφτεί

η δυσωδία π’ αναδύει ο έκλυτός σου βίος;

Ρεύεσαι και πότε ζήμενς,

πότε ρουμάνικο πετρέλαιο

και άλλοτε νοβάρτις

τα χνώτα σου μυρίζουν υιέ του Εφιάλτη!

Ώχ αδερφέ Σηναίλοιννα

η ιστορία σου ποτέ δεν παρεκκλίνει

από τους νόμους π’ όρισε

αρχαία μήτρα κυνική, εφιαλτόεσσα.

Δύο οι Εφιάλτες

που κατατρέχουν την πατρίδα σου:

Ο Ευρυδήμου των Θερμοπυλών

κι ο Αθηναίος του της δημοκρατίας Άστεως.

Ξανάρχεται ο οίκος Ευρυδήμου,

μα μήν ξεχνάς παχύσβερκε μικρέ

κοινή η μοίρα των εφιαλτών.

Σκοτωμένοι καί οι δυο·

ο πρώτος ύστερ’ από δίκη

κι ο δεύτερος με δόλο.

Το δεύτερο ως ήρωα τιμούμε,

τον οίκο Ευρυδήμου

στο ανάθεμα.

Ε Κ ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ