Archive for the ‘Ποίηση’ Category

“ ΦΟΒΟΣ ΚΑΙ ΠΕΝΘΟΣ “

Μιλάς θαρρείς και πέρασαν αιώνες.
Σαράκι που σε τρώει η νοσταλγία.
Τί νόημα έχει για ότι πέρασε αφού δε θα ξανάρθει;
Τί περιμένεις πλάι στ’αντίσκηνο να κλαις,
ν’αναστενάζεις;

Τράβα στη θάλασσα και πέσε τα στον άνεμο,
ν’αδειάσεις απ’ αυτό που τόσο βασανίζεσαι.
Ή και ακόμα,
χάραξέ το στην άμμο την υγρή
κι άσε το κύμα
σαν το μαντήλι να σκουπίσει το δάκρυ που ζωγράφισες.
Όλοι φοβούνται να τ’αγγίξουν.
Όλοι φοβούνται να σ’ αγγίξουν.
Γιατί πενθείς;

Εγώ ειμαι δω·
να σ’αγαπώ.

Ε Κ ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ

ΑΝΕΜΩΝΑ

«Ανεμώνα»

Αγκαλιασμένοι στον άνεμο, για τον κάστρο·
τοπίο απάνεμο
σφιγμένη στον κόρφο μου,
ακουμπισμένο στα μαλλιά σου, το πρόσωπό μου.
Με κοίταξες.
Είδα τον πόθο στα μάτια σου.
Ματωμένα χείλη το στόμα
κύματα ηδονής το κορμί σου.

Σφιχτοδεμένοι εξερευνήσαμε
το σπήλαιο των ορμών,
διαβαίνοντας μ’ αγωνία
την αντίσταση των μυαλών.
Ουρανός, τα μάτια σου·
καταγής
ξαναμμένη
γυμνή
ανθός της Αφροδιτης,
πρωτόγαλα ηδονής
κάβλα ανορθωμένης θηλής.
Στο στόμα ξεδίψαγε το πάθος
όριζα τα όρια του λάθους
μετρώντας τον πόθο μου για σένα.
Μέγγενη στο σώμα
τυλίγονταν το γυμνό σου κορμί
σ’ έκαιγε ηδονή
έλιωνες.

-Σ’ αγαπώ!
-Σ’ αγαπώ!

Τα χνάρια μου
έδεσαν κάβο στη Μεσημβρία.
Τα χέρια μου απλώνω στο πρόσωπό σου
να μεταλάβεις το άποτύπωμα των δακτύλων.

Μονάκριβή μου·
αγαπημένη.
Να με θυμάσαι
όταν φοβάσαι τη μοναξιά
τις ατέλειωτες νύχτες του Χειμώνα.
Θά ‘μαι στο μπαλκόνι σου
μια κόκκινη ανεμώνα,
να σου θυμίζει αιώνια πως υπάρχω·
μόνο για σένα.

Ε. Κ. Γιαννελάκης.

“ ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΑΔΕΡΦΕ ΜΟΥ “

Εθνικόν Στάδιον Σαπών.
Εγκαίνια υπουργού Αχιλλέως·
λοχαγού του εμφυλίου, αυτόκλητου σωτήρος του έθνους.
«Κάθε πόλις και στάδιο, κάθε χωριό και γυμναστήριο».
Πολλούς σταδίους μακράν των Αθηνών,
απαντήσας στρατιώτην του, αναφώνησε:
“Σε είδα, σε γνώρισα και σε θυμήθηκα”
 
 
Υιέ του στρατιώτη.
Είχες αδυναμία στα μέσπιλα. Και δή στα Γερμανικά.
Ονειρευόσουν Γιαπωνέζα και γώ Σουηδέζα.
Τις αποκτήσαμε· με τέσσερις τροχούς.
Τη δική σου λένε Τογιότα, τη δική μου Βολβάρα. (εξ’ ού καί κωλάρα.)
 
Στη μπάντα του Δήμου ήσουν σαλπιγκτής.
Σάλπισες την πτώση της χούντας.
Δέν πρόλαβες να την υμνήσεις.
Τό ‘χες παράπονο και γώ σού ‘λεγα πόσο ήσουν τυχερός.
Έγινες κομμουνιστής.
Έβαλα και γώ το χεράκι μου.
 
Όμως συνάντησες και σύ το Φρόυντ τώρα που πενηντάρισες.
Στη σκιά της Mespilus germanica σαλπίζεις χρώματα Χρυσά· της Αυγής.
 
Υιέ του στρατιώτη.
Σε είδα, τρόμαξα να σε γνωρίσω, αλλιώς σε θυμόμουν.

Ε Κ ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ

ΕΓΩ Ο ΑΝΕΡΓΟΣ

“ ΕΓΩ Ο ΑΝΕΡΓΟΣ “

Τί θέλετ’ από μένα;
Ένα ρεμάλι έγινα,
εγώ που τίποτα δεν έλειπ’ απ’ τό σπίτι μου
και τώρ’ αποφάγια και ψωμί στους κάδους ψάχνω.
Τί θέλετ’ από μένα;
Είν’ η δική σας κοινωνία που μ’ έβγαλε στο περιθώριο·
είν’ η δημοκρατία σας που δίνει το δικαίωμα
ν’ αποφασίζετε για τις δικές μου τύχες
και σεις απάνθρωποι καταδικάσατέ με.

Τί θέλετ’ από μένα;
Το όπλο μου απώλεσα της απεργίας,
ετούτο το δικαίωμα
να νεκρωθούν τα πάντα όταν πεινά η φαμίλια μου
κι άνεργος έμεινα.

Ουδόλως νοιάζομαι ποιός τά ‘φαγε η όχι,
να γκρεμιστεί με νοιάζει
αυτή η κοινωνία σας που αχρηστεύοντάς με,
το δρόμο φράζει
της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

Ε Κ ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ

Ζωή είναι πριν·μετά είναι αργά.

“ Ζωή είναι πριν· μετά είναι αργά.”

Σαν είσαι νέος
έχεις πάρα πολλά να κάνεις
και πολύ λιγότερα να πεις.
Σα μεγαλώνεις
έχεις πολλά να πεις
και λιγότερα να κάνεις.
Γερνώντας,
έχεις τόσα μα τόσα πολλά να πεις
που έστω κι αν λίγα απ’αυτά δεν έκανες εν όσω ήσουν νέος,
δε σε ακούει κανείς.
Και μαραζώνεις·
μόνος
έρμος
δυστυχής.

Ε. Κ. Γιαννελάκης.

“ ΕΛΠΗΝΩΡ “

Κι ώ Οδυσσεύ
παρακαλώ σε και ξορκίζω
σα φύγεις από δω
στην Αία πισωγύρισε
στο σταυροδρόμι που σκοτώθηκα
όταν τους φωτεινούς του Δία παραβίασα.
Ήταν πολύ που ήπια το κρασί
δέ πρόσεξα το κόκκινο φανάρι,
που ήμουν κωπηλάτης άκοπος
που θυμωμένα πέλαγα σε γλίτωσα,
τσακίστηκα ο έρμος στης γέφυρας τα στήθια·
την Κίρκη στη σέλα μου γραμμένη
και λίγο παραπάνω.
Ακόμα με ψάχνει η μάνα μου
κανείς άλλος δεν ξέρει
πού είν’ αυτή η ερημιά.
Απάνου στη βιασύνη σας
στη μοίρα σας απάνω
μ’ εγκαταλείψατ’ άταφο.
Και σα με κλάψ’ η δόλια μου
το σώμα μου να κάψετε
απάνου στην πυρά,
το ξόδι μου πληρώσετε
σε ξακουστό γραφείο του Ερμή,
ενα να·ί·σκο στήστε εκεί σιμά
στ’ ακρόποδα της Αίτνας
κι ένα μαρμάρινο κουπί
να βλέπουν όσοι προσπερνούν
πώς το μεθύσι μ’ έσυρε
στις λησμονιές του Άδη.

Κι ώ τέλος σου ζητώ
φύτεψε μια πυραγκαθιά
πλάι στο εκκλησάκι
να έρχονται οι κότσυφες
γλυκά να κελαηδούν
καθώς μεθούν στο άρωμα
των κόκκινων καρπών της.

Ε. Κ. ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ.

“ Η ΓΕΝΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΛΑΥΣΗΣ “

Ελπίδα γυρεύω στον εαυτό μου
στον τραγικά ανήκεστο παλμό μου
οικτίρω τον κυνικό εγωισμό μου
άθλιο υπαρκτό αλτρου·ι·σμό μου.

Γιατί να μή χα·ι·δεύω τ’ αυτιά
μιας αφύσικα άτιμης παλιανθρωπιάς
νά ‘μαι και ‘γώ, ένας ψευτόπαις ωραίος
δίχως βάσανα, λελογισμένο χρέος,
ξιπασμένος Κόης μυημένος
στα Καβείρια μυστήρια δοσμένος
παράτες και ημίψηλο ντυμένος
σε σπηλιές κυκλώπων κρυμένος;

Κι όλοι εσείς ικέτες της ηδονής
μιας μυστήριας εκπνέουσας στιγμής,
να προσκυνάγατε εμέ τον πικραμένο
ένα πανάθλιο μύθο, λησμονημένο
τών υπάνθρωπων αυτής της γης,
τών μεμπτών της τρέχουσας ζωης.
Κουτσές ψυχές, μαζεμένες ένα κουβάρι,
καλουπωμένα κορμιά που έχουν σαλπάρει
στα δίχτυα μιας παράταιρης μοίρας έχουν φρακάρει,
στο βούρκο των λιμανιών, έχουν ως έρμα μπατάρει..
Στα νησιά μεθάτε με καβλόχορτο·
στο σύνταγμα την επαύριο με κουτόχορτο·
τόση αδυναμία σ’ αυτό το μεθύσι
κι άλλη τόση, στων γονιών σας το μπαξίσι;

Γενιά βαλτωμένη στην τρέλα
ο ήλιος φωτίζει πάνω στα σκέλια
βγάλε τις τσίμπλες λοιπόν από τά μάτια
κι άσε το φώς να φωτίσει τα σκοτάδια.
Φταίει ο ένας φταίει ο δείνα φταίει ο άλλος
ο γονιός σου κι ο αδερφός σου ο μεγάλος,
φταίω γώ και ο κακός σου ο φλάρος.
Γιατί δε δένεις τους φταίχτες μ’ ένα σκοινί
να τους στείλεις στα Τάρταρα όλους μαζί,
παρά μαλακίζεσαι σε όποιο νησί ;
Ο τόπος σου είν’ ενός φτηνοκόλακα
η φωλιά σου ξεχασμένου βρυκόλακα,
στην ανέμελη άνοια της ζωής σου
μαγαρίζεις πισώστρατα το κορμί σου.

Ματώνουν οι γονείς σας για “δωρεάν παιδεία”·
αγεναίοι! Τους πληγώνετε με τόση απαξία,
βυθίζεστε στου σύμπαντος την εντροπία·
κουρντισμένα μυαλά, αναίσχυντα εργαλεία.
Διάβασμα στο διάβασμα,σπουδές,
πληθαίνουν των ανέργων οι ορδές·
πώς τόσα χρόνια αντέξατε τέτοια τυραννία,
πού πήγαν οι εγκέφαλοι απ’ τ’ άδεια σας κρανία
και ρέπουν τα κορμιά σας στην ακολασια;
Απεχθάνεστε την τσίκνα των ψητών,
την οσμή των ιδρωμένων ποδαριών
και γώ θλίβομαι:
Στη στάχτη των καμένων σας μυαλών,
στο τρέκλισμα των οπιούχων σας χορών,
στη ρήση, των ανύπαρκτών σας λογισμών.

Ε. Κ. ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ.