Archive for the ‘Ποίηση’ Category

“ ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ, Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ “

 

Οι περισσότεροι από σας
δέ με γνωρίζετε ω άνδρες Αθηναίοι,
φαντάζομαι ούτε κι ο Κλέων
που τόσα ηρωικά σας μίλησε πριν λίγο
υπέρ βωμών και εστιών
τους Λέσβιους να σφάξουμε
θαρρείς και είναι όρνιθες.
Διόδοτος με τ’ όνομα, επάγγελμα ορνιθοτρόφος.
Στα σουπερμάρκετ η σφραγίδα μου γνωστή
μεγάλος χορηγός,
διαφημίσεις στην τιβί,
μεγανυκοκυραίος!
Ένα πρωί στη φάρμα καθώς έλεγχα τους δούλους
κάποιο γεράκι έσπασε τα μούτρα του βουτώντας·
ανακατεύτηκαν οι όρνιθες.
Ο σύντροφός του εκδίκηση δέ ζήτησε,
ένα κλωσσόπουλο άρπαξε και πέταξε μακριά.
Γιατί ω Κλέωνα
γνωρίζει το γεράκι πωςι περισσότεροι από σας
δέ με γνωρίζετε ω άνδρες Αθηναίοι,
φαντάζομαι ούτε κι ο Κλέων
που τόσα ηρωικά σας μίλησε πριν λίγο
υπέρ βωμών και εστιών τους Λέσβιους να σφάξουμε θαρρείς και είναι όρνιθες.
Διόδοτος με τ’ όνομα, επάγγελμα ορνιθοτρόφος.
Στα σουπερμάρκετ η σφραγίδα μου γνωστή
μεγάλος χορηγός,
διαφημίσεις στην τιβί,
μεγανυκοκυραίος!
Ένα πρωί στη φάρμα καθώς έλεγχα τους δούλους
κάποιο γεράκι έσπασε τα μούτρα του βουτώντας·
ανακατεύτηκαν οι όρνιθες.
Ο σύντροφός του εκδίκηση δέ ζήτησε,
ένα κλωσσόπουλο άρπαξε και πέταξε μακριά.
Γιατί ω Κλέωνα
γνωρίζει το γεράκι πως,
κόττα δέν είναι μα την Παλλάδα Αθηνά
κι αν οι δικές μου εκλείψουν όρνιθες
τόσον καλόβολους πελάτες πού να τους ξαναβρεί.
Και τί μας λες τώρα εδώ;
Τους Λέσβιους να αφανίσουμε
αυτούς που τόσους φόρους δίνουν
ποσά και καταθέσεις σε τράπεζες του Άστεως;
Δίχως αυτούς,
χωρίς τα δάνειά τους
τί κοτόπουλα θα πούλαγα στη Λέσβο,
φουά γκρά στην αγορά των Αθηνών;
Παλάβωσες ωρέ;
Η σφαγή θα φέρει προσφυγιά
στα Φάληρα στον Πειραιά.
Δούλους έχουμε·
πελάτες ψάχνουμε
κι αντί τους πρόσφυγες να τρέφουμε,
πίσω·
θα τους θρέψει η πατρίδα τους!

Ε. Κ. ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ.

ΟΙ ΑΤΣΑΛΑΚΩΤΟΙ

“ ΟΙ ΑΤΣΑΛΑΚΩΤΟΙ “

Εν αρχή ήν, ζιβάγκο.
Δέ χρειάζονταν σιδέρωμα, σ’ έπνιγε λιγάκι στο λαιμό,
τσίριζες:
– Έξω τα Πάντα και οι πάντες απ’ τήν Ελλάδα!
Ήρθαν οι φρουροί του τρίτου δρόμου,
συνέτρωγαν ομού
μετά του Κοσκωτά,
– COSCO,πού να θυμάμαι τώρα; –
εις τό ονομαστόν επί Ταύρω μαγειρείον,
ονόματι Αυριανή.
Έ, πώς να ορκιστείς έτσι μπροστά στο μακαριώτατο;
τουλάχιστον ένα υποκάμισο λευκό θα μπορούσες να φορέσεις.
Εκπτώσεις!
Δέ σου πάει η γραβάτα ρε φίλε.
Και κείνο το μούσι·
ίσιαξέ το·
δώσε ένα σχήμα.
Μη λερώσει ο χαρτογιακάς,
κόντινέ το λιγάκι.
Εν πάση περιπτώσει, κάντο όπως ο Τσέ!
Βρε πόσο σου ταιριάζει το μοντγκόμερι!
Το Μινιόν γεμάτο· σε καλές τιμές.
Η γενιά της αλλαγής, φόρεσε το παλτώ της.
Βαρυχειμωνιά.
Εμείς;
Ά, εμείς.
Τα καμάρια του Μάρξ και του Λένιν!
Εντάξει ρε φίλε· μή βαράς·
του Λένιν και του Μάρξ.
Πάντα τσακωνόμασταν για το όνομα στη μαρκίζα.
Ποιά ιδεολογία ρε φίλε;
Ένα ταξί δέ μπορούσαμε να μοιράσουμε.

«Πρώτοι στα μαθήματα, πρώτοι στον αγώνα».
Για τα μαθήματα έχω μιαν αμφιβολία.
Τα ιδρύματα εσαεί τυπώνουν πτυχία με το ζύγι.
Για τον αγώνα δέ, τί να πώ;
Ξεμείναμε από προλετάριους.
Ήταν ανίκανοι βλέπεις,
να διακρίνουν τη διαφθορά της γραβάτας, χωρίς γραβάτα.
Άλλωστε οργανώνονταν ομαδικές Κοινωνίες,
ενίοτε οινοποσίες στα στέκια της εποχής:
Ομόνοια, Χαυτεία, Σύνταγμα, Χημείο,
«στ’ Αποστόλη το κουτούκι πήγα κι άκουσα μπουζούκι».
Ως επαναστάτες είχαμε μιαν αδυναμία στο κόκκινο· κρασί.

Δεν τ’ αποφύγαμε· έπεσε το τείχος.
Κι ας εκάναμε φιλότιμες προσπάθειες να το αποτρέψωμεν
πίνοντες δημοσίως
γάλα πλούσιον εις στρόντιον,
επί της Ομονοίας.

Η φλόγα καίει μέσ’ στην καρδιά σου ακόμα.
Φαίνεται εξ άλλου στο ντύσιμό σου.
Τριτοδρομικέ επαναστάτη•
τόσα χρόνια δέ φόρεσες γραβάτα.
Η μόνη επαναστατική πράξη που έχεις να επιδείξεις!

Ε. Κ. ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ..

ΟΙ ΕΘΝΙΚΟΙ ΜΑΣ ΑΓΙΟΙ

“ ΟΙ ΕΘΝΙΚΟΙ ΜΑΣ ΑΓΙΟΙ “

Κάποιοι Συγγροί κατάκλεψαν
βόδια και σπίτια αφελών,
άγγιξαν τα πλούτη του Μίδα,

έγιναν δρόμοι
Εθνικοί Ευεργέτες.

Κάποιοι πάλι άλλοι, λένε πως έκλεψαν τις δέκατες τρίτες συντάξεις
κι αλίμονο·
δε θα κλέψουν κάτι ψιλικατζήδες τη δόξα των κούληδων,
αυτών που κατηγορούνται πως έκλεψαν εκατοντάδες εκατομμύρια
και θα παραμείνουν για πάντα στα μαύρα κατάστιχα της ανικανότητας ως,
Όνειδος του Αδώνιδος.
Έκλεψαν και κατάκλεψαν τόσα
όχι όμως όσα χρειάζονται ν’ αναγορευτούν,

Εθνικοί Ευεργέτες.
Ούτε καν δρόμοι.

Ε Κ ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ.

ΕΦΙΑΛΤΕΣ

“ ΕΦΙΑΛΤΕΣ “

Τόπος των μεγάλων αντιθέσεων,
μήτρα σφριγηλή και άλλοτε δυσώδης.
Ο Εφιάλτης Ευρυδήμου
πάντα θα προδίνει τον καλόγερο στο Κούγκι·
Ο Εφιάλτης Αθηναίος
κάθε χάραμα μονάχος
ντουφεκίζεται στον τοίχο της Καισαριανής.
Ματωμένα βουνά
ποτάμια θολά
το ίχνος σας χορεύει σε βωμούς εφιαλτών,
άλλοτε πατριώτες
άλλοτε πατριδοκάπηλοι
παντοτεινός εφιάλτης να μας κυνηγά,
πότε στον ξύπνιο
ποτέ στον ύπνο.

Ε. Κ. ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ.

ΡΑΝΤΕΒΟΥ ΣΤΟ ΛΙΜΑΝΙ

» ΡΑΝΤΕΒΟΥ ΣΤΟ ΛΙΜΑΝΙ »

Το καράβι κινείται ήσυχα στον ορίζοντα
στέλνοντας ένα κυματάκι μηνύματα στην προκυμαία·
εκατό τσιγγάνικα βιολιά,
ο ρυθμός μιας ποδηλάτισσας
στα τσιμέντα του λιμανιού.

Αχ ποδηλάτισσα!
θέλω τόσο να πλησιάσω
μα πρέπει να παλέψω με το ποδήλατο.
Άνιση πάλη.
Πολλές ανηφόρες
επικίνδυνες κατηφόρες·
πώς ν’αντέξω;
Ακόμα κι αν ήθελες,
μια σέλα έχει το ποδήλατο.

Ήταν φίλη μου, όμορφη.
Το χώμα κόλλαγε στον ιδρώτα.
Ορθοπεταλιές·
σύννεφο σκόνης μαρτυρούσε την αγάπη μας·
κολύμπι στο ποτάμι,
έρωτας στα κρεμόκλαδα της ιτιάς
κι η ντοπαμίνη να ρέει στη σκιά των πλατανιών.
Και πώς να βρεθούν ιτιές και πλατάνια στην παραλία;
Εξ άλλου πας πολύ γρήγορα·
δε σε προλαβαίνω.

Καληνύχτα ποδηλάτισσα.
Μεγάλωσα πια
για ένα
ραντεβού στο λιμάνι.

Ε Κ ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ

Η ΣΤΙΓΜΗ

» Η ΣΤΙΓΜΗ »

Όταν χτυπούν την πόρτα
πάντα ανοίγεις
είτε ρωτάς ποιός είναι
είτε όχι
ελπίζοντας πως είν’ ο ταχυδρόμος,
με κάποια συστημένη ελπίδα στο σάκο του.
Τίποτα στη ζωή δεν έρχετ’ απρόσκλητο,
όλα χτυπούν την πόρτα
πριν γελαστείς κι ανοίξεις.

Το «κάποτε», κάποτε έρχεται·
προελαύνει το ιππικό του Κουτούζοφ
ηχούν οι καμπάνες
ξεκουφαίνουν τα κανόνια του Τσα·ι·κόφσκι
μα ο ήχος του φιλιού που προσμένεις
δεν ακούγεται ποτέ.
Η Καρχηδόνα σου, έχει ήδη καταστραφεί.
Η στιγμή σου, πέρασε.

Ε. Κ. Γιαννελάκης.

ΜΙΑ ΣΤΗ ΔΡΑΧΜΗ ΚΑΙ ΔΥΟ ΣΤ’ ΑΒΓΟ

«ΜΙΑ ΣΤΗ ΔΡΑΧΜΗ ΚΑΙ ΔΥΟ ΣΤ’ ΑΒΓΟ»

Μας έπνιξε η ευρωζώνη μας·
όπου και αν πηγαίναμε
βωμούς εστήναμε στη μνά
την δέ περιεβάλαμε
με μπόλικη δημοκρατία
μη και μας πουν μαλάκες.

Οι Σπαρτιάτες το χαβά τους· λάτρευαν τους δαρεικούς.

Ε και μετά, μετά να δείς!
Κομψά που ήταν τα τετράδραχμα!
νά ‘ναι καλά ο Άρπαλος.
Κατοπινά μας ήρθαν τα δηνάρια
μεθύστερον ο σόλιδος.
Κι ως την Ανατολή ανήκαμαν
πηγαίναμαν καλά·
ωσπού ‘ρθανε οι Φράγκοι και φράγκο δέ μας έμεινε.

Αργότερον,
γεμίσαμε τα μοναστήρια
και τί να κάμωμεν ωρέ
– συμφέρουσα η δεκάτη –
μνημόνιο υπογράψαμε σε γρόσσια·
δίκαιον οθωμανικό και χρόνια τετρακόσσια.
Κάναμε προκοπή καλή και άσχημα δέν ήταν.
Μα τί μας ήρθε και το εικοσιένα
ξανά τους Φράγκους επλευρίσαμε;
Μας ήρθαν κι άλλοι δυό,
δύο αιώνες περπατούσαμε
μιά στη δραχμή και δυό στ’ αβγό
και μέχρι οι μέτερνιχ ν’ αποφασίσουν
ρούβλι, φράγκο ή λίρα
προέκυψε αντί για Φάληρο, φαλίρα.
Μνημόνιο υπογράψαμε σ’ αβγό·
διακόσια χρόνια το κουρεύουμε,
αλλού ο κρόκος και τ’ασπράδι.

Ε. Κ. ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ.