Archive for the ‘Ποίηση’ Category

ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ

» ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ »

Ψάχνεις και ψάχνεις
κι ένα πρωινό ηλιόλουστο,
μπορεί και βροχερό,
σου χτυπάει το άγνωστο την πόρτα
και λες,
» αυτό που έψαχνα• τί τύχη! »
Κι εκεί π’ ανοίγεται η ζωή μπροστά σου
αναγκάζεσαι να πεις,
καληνύχτα για πάντα.

Δέ γίνεται να γίνομαι κομμάτια
να πάρεις το κομμάτι μου που θες.
Ποτέ δέ θά ‘ναι να μην είμαι εννιαίος
και συ θα έρχεσαι για τούτο το κομμάτι
το οποίο εγώ δεν ξέρω καν ποιό είναι.

Δεν είν’ ο έρωτας σφαγείο
δεν κομματιάζεται η αγάπη.
Αν βούλεσαι,
αγκάλιασέ το οπως είναι
και άμα δέν,
φύγε•
με την καρδιά σου όμως αδειανή.

Ε Κ ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ

Advertisements

» ΤΑ ΔΥΟ ΣΟΥ ΧΕΡΙΑ «

Μου μίλησες για μια σκάλα αγάπης
και μού ειπες θα σε συναντήσω ανεβαίνοντας.
Κι ολοένα ανεβαίνω.
Κι ολοένα δε σε συναντώ.
Μα πού είσαι;
Στάσου στο πέμπτο σκαλί κι άλλο μην ανεβείς.
Γέρασα• δεν αντέχω.
Όση νιότη απόμεινε, μέχρι εκεί θα με πάει.
Κι ότι θέλω,

να σ’ αγγίζω,
να μ’ αγγίζεις
να χάνομαι στο βυθό των ματιών σου
να λιγουρεύομαι το φιλί σου.
Σε πραγματικό χρόνο.

Και αν είσαι υπερβολικά βολική
δέ βολεύεσαι με λιγότερο ουρανό•
καρφωμένο το βλέμμα σου στο γαλάζιο.
Όμως, ότι κι αν κάνεις, στον ουρανό δε θα φτάσεις.
Περίμενέ με λοιπόν στο πέμπτο σκαλί και ζωγράφισέ τον.
Τα δυο σου χέρια κρατάνε πινέλα.
Ποτέ βεργούλες.
Τα δυο σου χέρια είναι πάντοτε χέρια.
Ποτέ μαχαίρια.
Τα δυο σου χέρια είναι το φαράγγι του Φονιά
είν’ η σφιχτή αγκαλιά που πάντα ονειρευόμουν:

Τα δυο σου χέρια.

Ε Κ ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ

Η ζωή και τ’όνειρο.

“ Η ζωή και τ’ όνειρο”

Πήραμε το δρόμο με τις φτέρες
κατεβήκαμε στη ρεματιά
να προσκυνήσαμε τον Πάνα.
Κρασί μας κέρασε ο Διόνυσος
ο Έρωτας μας έριξε στη γη
και στο χαμόγελό σου
παραδόθηκα αμαχητί.
Βούιξε η ρεματιά και τ’όνειρο εξύπνησε.

Στην αγκαλιά σου,ζω.
Με τα φιλιά σου πάω στον Παράδεισο
κι όμως φοβάμαι μήπως ξεχαστώ και δε γυρίσω πίσω.
Μοναδικό το μέλι των χειλιών σου.

Το δέντρο της αγάπης δεν το αφήνουν διψασμένο, γιατί μαραίνεται.
Το δέντρο της αγάπης ζει στη ρεματιά που μόνο τα όνειρα σε πάνε.

Σε ζω στα όνειρα
και σου ζητώ τον έρωτα in vivo
γιατί γνωρίζω πως δε θα μου δώσεις εκείνο που ζητάω.
Αλλιώς,
δε θα ‘χα λόγο να ζητήσω ούτε στο όνειρο να ζήσω.

Κανείς δεν έμαθε αν στη ζωή αξίζει περισσότερο,
η ίδια η ζωή ή τ’ όνειρο·
όμως είναι το όνειρο που τη ζωή κινεί.

Ε. Κ. Γιαννελάκης.

Ο Καραγκιόζης, αντιπρόεδρος.

Τόσον καιρό βολεύεσαι σ’ ένα κουμάσι
ανάμεσα σε ψείρες, κόττες και κοκόρια
κι από ξημέρωμα σε θέατρο σκιών κομπάρσος·
σκιώδης τέτοια ζωή, τί να την κάνεις;
Στο πατσουλί χωμένος ως τον Αφτιά
τα βρώμικά σου χνώτα κουκουλώνεις
κι ύστερα να παίρνεις σβάρνα
τσαντίρια βόθρους και κανάλια
θυμίζοντας σε μας τους αδαείς
πως εθνικός μας ήρωας μα τώ θεώ
ακόμα παραμένει ο Καραγκιόζης!
Ε. Κ. Γιαννελάκης.

ΤΟ ΔΟΞΑΡΙ

“ ΤΟ ΔΟΞΑΡΙ “

Λάτρεψα την αγκαλιά σου
Λάτρεψα τα φιλιά σου
Λάτρεψα την ανάσα σου
Λάτρεψα τα γελαστά σου τα μάτια
Σε λάτρεψα.
Δέ λάθεψα.
Όταν λουφάζω στα στήθια σου
πυροφάνι τα μάτια σου
σα με φιλάς, σαν σε φιλώ.
Να με φυλάς, να σε φυλώ
φυλαχτό μου.

Σε λατρεύω·
ψηλά στο βουνό ο ναός σου,
μοσχοβολιά του δάσους
σε προσκυνώ
βράδυ πρωί και χαράματα.
Είσαι οι νότες που μυστικά τραγουδώ
αγάπη μου όμορφη,
ξεχειλίζεις
κάθε μέρα και περισσότερο
μέχρι ποτάμι να γίνεις
μα μη φοβάσαι· δε θα με παρασύρει.
Είσαι το λιθαράκι,
η σταγόνα που ξεχειλίζει το σταμνί της καρδιάς μου.

Το γέλιο σου
τα γελαστά σου μάτια
τα φιλιά σου
η αγκαλιά σου,
όλ’ αυτά
π’ αδήριτη ανάγκη έχω να υμνήσω,
άνοιξαν τους κρουνούς της ψυχής μου
κι άρχισαν ήδη να μαζεύονται τ’ αηδόνια
ν’ ακούσουν το τραγούδι της
να το ζηλέψουν,
να σε δουν
ν’ αγγίζεις με το δοξάρι σου
τις χορδές της ζωής μου.

Ε Κ ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ

ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ

» ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ »

Κίνησα κι όπου με βγάλει.
αλλιώς δεν ξεκινάει τίποτα.
Κι έλεγα πολλά και διάφορα
που τόπο δεν έπιασαν ποτέ.
Κι εγώ επέμενα:

“Είναι νωρίς, πολύ νωρίς
φραγμός στη λογική να μπει
προτού το “σ’αγαπώ” εκδηλωθεί.
Μη φοβάσαι·
άφησέ το κι ευάλωτη δεν είσαι”.

Κούρνιαζαν τα πουλιά,
ούρλιαζαν τα τσακάλια
και σώπαιναν οι λύκοι.
Κι εσύ;
Από τον ουρανό στη θάλασσα με πας·θαλασσοπούλι.
Κι από την αμμουδιά στα δάση, βότσαλο με πετάς.

Όσες μ’ αγάπησαν τ’ αρνήθηκαν.
Όσες με φίλησαν τ’ αρνήθηκαν.

Μάρτυράς μου τα ελάφια.
Μάρτυράς μου τα έλατα.
Μάρτυράς μου τα πεύκα.
Μάρτυράς μου εσύ που ποτέ δε με φίλησες.

Μάρτυράς μου ο άνεμος που με πήρε και με σήκωσε.

Ε. Κ. ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ.

ΘΥΜΑΜΑΙ

“ ΘΥΜΑΜΑΙ “

Θυμάμαι που πέρυσι σε βάφτισα Λουίζα.
Θυμάμαι και τα λουλούδια που φύτεψα στον καταρράχτη.
Μετά θυμήθηκα πως
το πιο όμορφο όνομα έναι αυτό σού ‘δωσε η νονά σου:

Αξιοπρέπεια.
Θυμάμαι πώς περιέγραφες
το σπίτι και την αυλή που θά ήθελες να ζήσεις.
Θυμάμαι όσα μου είπες για τη Ζωγραφική.
Θυμάμαι και κείνη τη βραδιά με το φεγγάρι.
Κοίτα πόσα θυμάμαι για σένα χωρίς καν τ’ όνομά σου να ξέρω
και πως ποτέ δεν ξέχασα
πως όσα θυμάμαι από σένα ήθελα να στα πω!

Ε Κ ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ