Archive for the ‘Ποίηση’ Category

Η ΤΕΧΝΗ ΤΟΥ ΠΕΝΘΕΙΝ

» Η ΤΕΧΝΗ ΤΟΥ ΠΕΝΘΕΙΝ »

Πενθείς.

Ντύθηκες το μαύρο φόρεμά σου

φόρεσες το μαύρο σου στριγκάκι

κι άφησες τις τρίχες να μακρύνουν,

όσες βεβαίως γλίτωσαν από τα λέιζερ.

 

Πενθείς.

Τράβηξες τις μαύρες σου κουρτίνες,

αυτές που τέλος πάντων

ρίχνουν σκοτάδι στην καρδιά σου εν ώρα ανάγκης

όταν πί χί ο Έρως σου χτυπάει την πόρτα.

 

Πενθείς

το γεροντάκο πού ‘σφαξες στο Δάσος της Δαδιάς

και κλαις με μαύρο δάκρυ γιατί έφυγε νωρίς

κι ούτε που πρόλαβες να του μασήσεις

όσα με τόση πλάνη λιγουρεύτηκες.

 

Τώρα, πενθείς.

Βιάστηκες και τ’ όνειρο γκρεμίστηκε•

μία τιβί

δύο ηχεία φορητά

μία κλεψύδρα

δυο σκουλαρίκια ψεύτικα

και κάτι άλλα ψιλικά.

 

Πενθείς.

Εννέα μέρες πέρασαν

δεν έχεις λόγο πια στο δάσος να γυρίσεις,

σβήστηκαν τα βίντεο

σβήστηκαν οι γραφές

οι καταθέσεις σβήστηκαν κι αυτές,

όλα στον κάλαθο αχρήστων.

Τί να τις κάνεις τώρα τις υπερβολές

κι όλα τα σ’ αγαπώ του κόσμου περιττά.

Δεν έχεις άλλο τι να ντιλιτάρεις πια από τη μνήμη,

δεν έχεις λόγο να γυρίσεις

ούτε στις τρεις

ούτε στις πέντε

ούτε στους δέκα πέντε μήνες.

 

Εσύ τώρα,

πενθείς•

χωρίς ποτέ σου να σκεφτείς

πως τίποτα δε σβήνει από τη μνήμη.

 

Ε Κ ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ

Advertisements

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΚΑΛΗΝΥΧΤΑ

» Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΚΑΛΗΝΥΧΤΑ »

Ψάχνεις,

περνούν τα χρόνια

σταματάς να ψάχνεις

και ξάφνου ένα πρωινό ηλιόλουστο

μπορεί και βροχερό,

σου χτυπάει το άγνωστο την πόρτα

και τότε λες,

» αυτό που έψαχνα• τί τύχη! »

Κι όπως ανοίγεται η ζωή μπροστά σου

-αυτή που τέλος πάντων σου έχει απομείνει-

αναγκάζεσαι να πεις

καληνύχτα για πάντα.

Δέ γίνεται να γίνομαι κομμάτια

να πάρεις το κομμάτι μου που θες.

Ποτέ δέ θά ‘ναι να μην είμαι εννιαίος

και συ να έρχεσαι για τούτη μόνο την πραμάτεια,

δύο κιλά ψυχής κι ένα ζευγάρι μάτια.

Δεν είν’ ο έρωτας σφαγείο

δεν κομματιάζεται η αγάπη.

Κι αν αγαπάς,

αγκάλιασέ το ατόφιο όπως είναι

και άμα δέν,

φύγε•

με την καρδιά σου όμως αδειανή.

Ε Κ ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ

ΑΡΡΥΘΜΗ ΚΑΡΔΙΑ

» ΑΡΡΥΘΜΗ ΚΑΡΔΙΑ »

Το νέο που αγάπησες

χωρίς αιδώ απάτησες

με το γεροντάκο που,

όλα του τα μάσησες.

Έσφαξες το γέροντα

στο Δάσος της Δαδιάς.

«Ενθάδε κείται ένας γαμιάς

ο γεροντάκος ο λεφτάς»

που έλεγες πως τόσο αγαπάς.

Στα σόσιαλ καμάκι

τον έσφαξες με το βαμβάκι

αίμα σταγόνα

δεν έσταξε στο χώμα

και η βαριά ανάσα του

ακούγεται ακόμα

ταράζει μές’ στην κάσα του

ο πανικός το πτώμα.

Άρρυθμη καρδιά

στεγνή χωρίς παλμό

ψιθυρίζει στα στερνά

«ακόμα σ’ αγαπώ».

Ε Κ ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ

ΕΝΑ ΧΑΜΟΓΕΛΟ ΔΥΟ ΑΝ ΚΑΙ ΤΡΙΑ ΘΑ

«ΕΝΑ ΧΑΜΟΓΕΛΟ, ΔΥΟ ΑΝ ΚΑΙ ΤΡΙΑ ΘΑ»

Αλίμονο σ’ εκείνους

που το χαμόγελo

είναι η όαση της έρμης τους ζωής

κι όχι η έκφρασή της.

Αλίμονο σε όσους ξεγέλασε η ελπίδα

όταν προκλητικά τους χαμογέλασε

κι έτρεχαν μια ζωή ξωπίσω της

κι ήταν η ζωή τους μια στιγμή που πέρασε

κι ήταν η ελπίδα το μαρτύριο της ζωής τους,

κι έζησαν απανωτούς αποχωρισμούς

και ιώβεια ανέχτηκαν συνεχόμενες ήττες

χωρίς σταματημό

δίχως οίκτο κι έλεος.

Τιμωρεί η ζωή

αυτούς που την αγνόησαν

και δεν αντιλήφθηκαν ούτε μια στιγμή το πέρασμά της

γιατί θαμπώθηκαν κι ερωτεύτηκαν

ένα χαμόγελο

δύο «αν»

και τρία «θα»•

ερωτεύτηκαν την ελπίδα.

Ε Κ ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ

ΖΩΗ ΕΙΝΑΙ

Ζωή είναι »

Όσα ταξίδια κι αν κάνουμε,

πάντα θα υπάρχει το ταξίδι που δέν έχουμε κάνει

μέχρι το τελευταίο ταξίδι.

Στη ζωή

ταξίδια έκανα πολλά,

για τη ζωή κανένα.

Το ταξίδι μου προσφέρεις ζωή

κι ότι ακόμα δέν έμαθα

αν ως επιβάτης πρέπει

ή λαθρεπιβάτης

κι είπα ν’ ανοίξω το παράθυρο

λίγο φώς του Μάη να χυθεί

γιατί ζωή είναι:

όλα τα χρώματα της ίριδας

τα όνειρα μιας ολάκερης ζωής

που κάποια ανεξίτηλη πένα γράφει στο θυμικό.

Γιατί ζωή είναι:

σιωπητήριο σε κατάφυτη ερημιά

όπου ακούγονται οι ήχοι των πουλιών,

θρόισμα των πλατανιών σκεπάζει την ανάσα

και μέσ’ από πηγές

που δροσίζουν διψασμένες λυγαριές,

αναβλύζουν τα όνειρα που δέ ζήσαμε

παραπονεμένα να μας καλούν,

γιατί;

ποιός ο λόγος που τ’ αγνοήσαμε.

Ε. Κ. Γιαννελάκης

ΑΡΡΥΘΜΗ ΚΑΡΔΙΑ

» ΑΡΡΥΘΜΗ ΚΑΡΔΙΑ »

 

Το νέο που αγάπησες

χωρίς αιδώ απάτησες

με το γεροντάκο που,

όλα του τα μάσησες.

 

Έσφαξες το γέροντα

στο Δάσος της Δαδιάς.

«Ενθάδε κείται ένας γαμιάς

ο γεροντάκος ο λεφτάς»

που έλεγες πως τόσο αγαπάς.

 

Στα σόσιαλ καμάκι

τον έσφαξες με το βαμβάκι

αίμα σταγόνα

δεν έσταξε στο χώμα

και η βαριά ανάσα του

ακούγεται ακόμα

ταράζει μές’ στην κάσα του

ο πανικός το πτώμα.

 

Άρρυθμη καρδιά

στεγνή χωρίς παλμό

ψιθυρίζει στα στερνά

«ακόμα σ’ αγαπώ».

 

Ε Κ ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ

ΗΤΤΑ

www.youtube.com/watch

» ΗΤΤΑ »

Αναπνοή κι ανάσα σού ‘δωσα

τα μάτια

την ψυχή

τα δάκρυά μου.

Το φιλί σου,

μου κλέβει τη ζωή

διώχνει την ελπίδα μακρυά

έναν έρωτα να νιώσω στα στερνά.

Πλανευτικό φιλί

για ένα ζευγάρι μάτια

μια ψυχή,

πανάκριβο φιλί

όσο μια στέρνα δάκρυα.

Ε Κ ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ