» ΑΔΟΛΦΟΥ, ΚΡΙΤΙΑΣ. Εν Κολάσει 2013 μ. Χ. «

-Δάσκαλο είχα το Σωκράτη
και συ θαρρώ το Νίτσε
μα κι ο Νίτσε του Σωκράτη μαθητής δέν ήταν
κι άς περί άλλων τύρβαζε;
Τόσους πολέμους κάναμε·
τριήρεις ναυπηγήσαμε
μεροκάματα και κωπηλάτες
δάνεια σε τράπεζες και ιερά,
αποτύχαμε·
χάσαμε τόσες αγορές
μα και τους φόρους των συμμάχων.
Άλλοι επτώχευσαν
κι άλλοι κερδίσαμε πολλά.
Κι αυτός
ο τρισκατάρατος λαός των Αθηνών
ετούτος ο θρασύς λαός
ήθελε δημοκρατία και μισθούς
γνώμη στα τεκταινόμενα·
πτωχός λαός και ξιπασμένος,
γύρευε μοιρασιά του πλούτου
που το δαιμόνιο μας παράγει.
Κι όταν ανάγκη δεν τον είχαμε
-ετέλειωσαν οι πόλεμοι-
σπείραμε φαυλότητα.
Προδότες,
πατριώτες,
σπιούνους και τόσους άλλους,
όλους εμείς.
Εμείς οι επα·ί·οντες
εκλογαίς την εξουσία κλέψαμε.
Όπου αντίδραση, μαχαίρι.
Εσφάξαμε πολλούς·
μα ήταν αυτοί ατέλειωτοι
και όλοι είχαν άποψη
και όλοι είχαν παιδεία πολιτική
– καταραμένε Εφιάλτη! –
κει πάνω στην Καστέλλα μας εχάλασαν .

Εσύ, θεά τή Τύχη.
Τσιγγάνους και Εβραίους
κομμουνιστές και συνδικάτα
μύριους υπάνθρωπους να σφάξεις.
Πολλά επιχειρήματα
τον τρόμο σου να σπείρεις·
ο όλεθρος χρυσάφι.

Όμως Αδόλφε λογαριάσαμε
εγώ χωρίς Θρασύβουλο
κι εσύ χωρίς το Στάλιν.
Μα πώς ξεφύτρωσαν αυτοί;
άπλυτοι
μυξιάρηδες
ξυπόλητοι,
μας ξέκαναν.

Ε. Κ. ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ.

Ηρώδης Αττικός

«Ηρώδης Ατικκός»

Σαν έρχονται οι βάρβαροι
και παίρνουν κάθε αξία
– γη, εξουσία –
δε φοβάσαι.
Ακολουθείς τα φουσκωμένα λόγια
αυτά που τα μεγάλα πορτοφόλια λεν
λόγια ανούσια μα τρανταχτά,
πουλάς φτηνά το χειροκρότημά σου
τις ζητωκραυγές,
χειροφιλάς το μεγάλο άρχοντα,το χρήμα
στη σύναξη των σοφολάγνων.
Εκεί,
που χορεύουν καλλίφωνα αγόρια
φορώντας μαύρες φούστες και φουστίτσες·
εκεί,
που λόγιοι χρυσόραμφοι ακατάληπτα μιλούν,
εκεί το στέκι σου·
το θέατρο του παραλόγου
πού ‘χτισε προς τιμήν της Ρήγιλλας
αφού τη σκότωσε αυτός ο σαλταπήδας,
– καλλίγλωσσος, καλλίφωνος –
Ηρώδης Αττικός.

Άκου πτωχέ νεόπλουτε.
Προσκυνάς ετούτο τον παιδοφονιά
αυτό το θεομπαίχτη·
δε σου αξίζει πιά στην Πνύκα να περιπατείς
ανάμεσα σε περικλήδες κι εφιάλτες·
αυτή τη μοίρα έγραψες.

Ε. Κ. Γιαννελάκης.

Α Ρ Ι Σ Τ Ε Ι Α (Οι τυχόντες)

» Α Ρ Ι Σ Τ Ε Ι Α »

Πόσο δίκαιο και ηθικό
νόμον άδικο ν’ ακολουθώ
και ποιός το άδικο του νόμου καθορίζει;
Οι καταπιεσμένοι ώ Σώκρατες
διότι δίχως τ’ άδικον ελεύθεροι θα ήταν.

Τον Χαρμίδη
– που τώρα το κουφάρι του δυο μέτρα γης στο Μικρολίμανο –
εδίδασκες πως
άρχοντας δέν είν’ αυτός που εξέλεξαν τυχόντες.
Τυχόντας ο λαός ώ Σώκρατες;

Και τί,
άριστο τον άρχοντα εκλέγει;
Κληρονομικό το χάρισμα;
Μα τέτοιο βαυκαλίζονται πως έχουν
όλες οι χαρτορίχτρες.
Οι ποιητές που σέρνονται από αιδοίο σε βραβείο
κι από την αγορά των Αθηνών σ’ αυτή των Βρυξελλών;
Οι έγκριτοι των παραθύρων
και το δαιμόνιό σου που ξυπνά νωρίς κάθε πρωί;
Το μαντείο κι οι πυθίες
ή αυτός που σκύβει το κεφάλι
σε νόμους άδικους
όπως του λόγου σου έπραξες;
Έσφαζαν χιλιάδες οι φασίστες
και συ αρειμανίως μάσαγες δαφνόφυλλα·
μέλος των τρισχιλίων ήσουν.

Πρόσεξε λοιπόν καλά Σωκράτη·
θεός κι αν είσαι
σοφός ή βασιλιάς
ή ό,τι στο διάβολο ακόμα
κανείς δέν αντιστάθηκε της μήνεως
ετούτων των τυχόντων.

Ε Κ ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ

Οι καμπόσοι

» Οι καμπόσοι»

Κάμποσοι και άλλοι τόσοι
την σήμερον εγίνανε καμπόσοι.

Χατζηάδωνη Κριτία
Αντιφών Ραμνούσιε και Σία
ρήτορες περί οπής
εικοσάρικοι της πρό κοπής
μισάνθρωποι περιωπής,
λογική της προκοπής
αδύνατο ν’ αρθρώσετε.

Άλλα πράττεις άλλα λες
αλλά το πρωί ξελές,
άλλα έλεγες προχτές
άλλα φέτος άλλα πέρσι,
αλλού το νόημα κι αλλού η λέξη.

Τί Μακρόν και τί Λεπέν
τί Πλαστήρας τί Πεταίν,
τί να είμαι προ·ι·όν τραπεζικό
τί να είμαι γίδι ζωντανό,
όμοια κλωσσάς το ναζισμό.

Νούμερα λογιστικά
αποβράσματα κοινωνικά
σκουπίδια πολιτισμικά,
τους τυράννους

παντού και πάντα περισυλλέγουν
τα σκουπιδιάρικα της Ιστορίας.

Ε. Κ. Γιαννελάκης.

» ΠΑΤΡΙΔΟΚΑΠΗΛΕΙΑ «

Ηρθες στα παιδικά μου χρόνια,
για σύμβολα μίλησες, σημαίες
ακρογιαλιές γαλάζιες και λευκές
και για σταυρούς μου μίλησες·

Μή τον συγχέεις, είπες, μ’ εκείνον της ορθοδοξίας
είν’ ο αρχέγονος σταυρός του μαρτυρίου
που ώρισεν η μοίρα ετούτου του λαού
από τα γεννοφάσκια του προς την ελευθερία.

Μου μίλησες για μνές, δραχμές
μετέπειτα και γρόσσια·
είπες τα εθνικά νομίσματα πως σύμβολα δέν είναι.
Ίδιος έρχεσαι τώρα να πεις για ευρώ και προδοσία.

Ώ πατριδοκάπηλε!
Το νόμισμα στο οποίον εξαγοράζεσαι
ονόμασες και εθνικό σου σύμβολο.
Βάλ’ το λοιπόν στη θέση του σταυρού ετούτης της σημαίας
μέχρι να έρθω εγώ.
Δε θ’ αφαιρέσω το σταυρό·
καρφώνω ένα σφυροδρέπανο.

Ε. Κ. ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ.

ΤΑ ΚΑΘΙΚΙΑ ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΜΟΥ ΞΕΠΛΕΝΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΠΟΤΑΜΙ

» ΤΑ ΚΑΘΙΚΙΑ ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΜΟΥ ΞΕΠΛΕΝΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΠΟΤΑΜΙ »

Ως αναγκαίο υπογράψατε το βιασμό
εκάνατέ μας δε τη χάρη να διαλέξουμε το βιαστή
κι ανίκανοι γι αυτό ως θεωρούμαστε
καλείτε δημοσκόπους καιροσκόπους
χυδαίους ρήτορες
σπουδαίους σαλτιμπάγκους ξακουστούς,
βιαστές καλών προθέσεων να μας προτείνουν.
Όμως εγώ
δέν αποδέχομαι αυτή την ατιμία ώ καθίκια!

Ολονυχτίς στα ουρητήρια του φασισμού
κι ολημερίς ξεπλένεστε στου Σταύρου το Ποτάμι·
σ’ αυτό το βόρβορο στο τέλος θα πνιγείτε.

 
Στα όνειρά μας ναυαγοί
και το σκοινί που μας πετάτε
δεν είναι να μας σώσει,
να μας κρεμάσει είναι
στο τέταρτο ναζιστικό κατάρτι.
Γιατί Σταύρο και κυρ-Σταύρο
κι αφέντη τσανακογλείφτη
και τα διόδια του Παραδείσου
ιδιωτικοποιημένα κι αυτά.

 

Ε. Κ. ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ.

Η ΝΤΡΟΠΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΥ ΓΕΝΟΥΣ

» Η ΝΤΡΟΠΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΥ ΓΕΝΟΥΣ »
Εκπορεύομαι των εφηβικών γυμνασίων,
αγενής και αγροικίων,
δέ μοιάζω σε ιππότες λιμοκοντόρους
μηδέ σε χιτλερίσκους αμακαδόρους.

Τα Αίσχη στους αισχρούς σας τοίχους
στάζουν πίσσα και νάφθα της πέτρας.
Παίρνω λοιπόν και γώ το θράσος να σας γράψω,
όπως εσείς τόσα χρόνια κάνετε σε μένα
προβάλλοντες τη ματοβαμένη ιστορία σας,
την άγνοια και το μέγιστο δηθενισμό σας.

Άνιωθοι, αόμματοι, άχροοι και άοσμοι,
ψεύτικα γλοιώδη ανθρωπάκια,
Ντροπή του ανθρώπινου γένους!
Των βάφεν και ξεβάφεν του ανθρώπινου δέρματος·
εγκληματίες·
του Μπάμπι Γιάρ
του Διστόμου
των Καλαβρύτων!

Ναζί. Με τες ίδιες κουκούλες, όπως και σήμερα οι διακοναραίοι σας.
Ναζί. Με τις τόσες φωτογραφίσεις πάνω στα πτώματα των εκτελεσμένων,
Ναζί. Κυνηγοί που καμαρώνουν τον τρύγο των σμπάρων τους.
Αιμομείκτες ναζί:
Με τις μπότες σας λιώσατε τη στοργή των μανάδων σας.
Μητροκτόνοι, παιδοκτόνοι, κτηνάνθρωποι!

Αναίσχυντε κι επαίσχυντε λαέ!
Στα κρεματόρια έκαιγες τις σάρκες των Ρομά,
ευθανασία στους ανήμπορους γιούς σου!
Στους προθάλαμους της εθνικής σου σαπωνοποιίας
κρέμαγες σε σβάστικες τα σαρκία των εβραίων,
αυτών που ονομάτιζες συνώνυμους της τοκογλυφίας
γιατί επωφθαλμιούσες τη θέση τους.
Κι ότι δέν κατάφερες με τα όπλα και τον αφανισμό,
τη γενοκτονία που γέννησε το άρρωστό σου μυαλό
παλεύεις τώρα να πετύχεις με χαρτοκλέφτες και αυταπάτες
καταδικάζοντας τα παιδιά μας σε πείνα,
βυθίζοντας την ελεύθερη σκέψη στο χρώμα του χρήματος,
ρέοντας κροκοδείλια δάκρυα
όσο τα φώτα της ράμπας φέγγουν τα σκοτεινά μονοπάτια.
Κι όταν αυτά σβήσουν
θα διακονεύει η συνείδησή σου
το έλεος των ζωντανών ανθρώπων,
αυτών που δέν στέργουν το νεοφιλελευθερισμό σου,
αυτών που παραμένουν άνθρωποι σοφοί
ως εκ γενετής εχουσιν βαπτισθεί.

Εφθάκαμε γκάσταρμπάιτερς στη χώρα σου
να ξαναχτίσουμε ότι το μίσος σου κατεδάφισε.
Σε καταγράψαμε στα βιβλία του οίκτου κι ευσπλαχνίας μας
και σύ ακόμα δέν έσβησες απ’ τό αίμα σου την ασέβεια στον ανθρώπινο πόνο.
Δέ γίνεται ν’ αναστηθεί εκείνος ο μονόπους αλεξιπτωτιστής
που τού ‘κοψε το άκρο με δικράνι ένας κρητικός αγωνιστής;
Να εξηγήσει τί στο διάβολο ήταν η συγγνώμη που ζήτησε
από έναν δεκατετράχρονο έφηβο
όταν με θάρρος και περηφάνεια απάντησε:

«Εμείς ξαναστήσαμε τα σπίτια που εσείς γκρεμίσατε
όταν καταχτητές ήρθατε στη χώρα μας.
Θα γυρίσω πίσω στο δωμάτιο που μεγάλωσα·
στη σάλα άκουγα τους παππούδες να διηγούνται ανδραγαθήματα,
πώς οι μανάδες ξαγρύπναγαν νηστικές
ανάμεσα σε ψείρες, ντουφέκια και θημωνιές!
Ο μητρικός θηλασμός ποτέ, μα ποτέ δέ μας έλλειψε».

Άκουσε λοιπόν λαέ αλυτήριε,
γαλουχημένε στην έρπουσα παιδεία του ναζισμού·
που ανέχεσαι ταγούς να στραγγαλίζουν τα βρέφη μας!
Δέν έχεις άλλοθι πλέον, μιά φορά σε συγχώρεσα.
Όσοι από μάς μείνουμε ζωντανοί,
το Ρούπελ δέ θα διαβείς!
Ο Ίτσιος θα είναι εκεί· αντρειωμένος και πάλι.

Ε. Κ. ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ.