Ζωή είναι, μύθος.

“ ΖΩΗ ΕΙΝΑΙ, ΜΥΘΟΣ.”

Σκέψη είναι ο μύθος που πλάθουμε.
Ουσία είναι όταν το ζήσουμε
κι οτιδήποτε,
πρίν γίνει ουσία
μια ουτοπία ήταν.

Αυτά τα μάτια τα προσέχουν.
Καυτά τα χείλη, δεν τ αφήνουν να διψάσουν.
Δεν τα κυνηγούν, τα διεκδικούν.
Όταν διεκδικείς, ανακαλύπτεις.
Ότι κυνηγάς πεθαίνει σε μια βραδυά.
Δεν είν’ ο εφιάλτης που κουλουριάζεται στα όνειρά μας·
η εικόνα της είναι, που μιλά:

-Χάιδεψε.
Πλησίασε.
Φίλησε.

Ε Κ ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ

Advertisements

ΣΤΟ ΠΑΡΚΟ ΤΗΣ ΚΟΜΟΤΗΝΗΣ

Θα δεις
ένα πεντάμετρο σπαθί
στους αιώνες να βυθίζεται·
εύκολα θα με βρεις
όπως κατεβαίνεις ψηλά απ’ τή Ροδόπη,
στο πάρκο της Κομοτηνής.

Κοίτα τα μάτια των παιδιών
καθώς σπρώχνουν τα πατίνια,
ζερβά σου οι κούνιες·
δες με πως πετάγομαι
σπώντας τη βαρύτητα,
εκεί θα με βρεις.

Θροίζουν καλάμια και σφενδάμια
μουρμουρίζουν τα νερά της μικρολίμνης
μ’ ακούς που σιγοτραγουδώ;
για σένα είναι.

Είδες αυτό τον κούκο που λούζει τα φτερά του,
την κοπελλιά με τη μαντήλα
ντροπαλά να πίνει τον καφέ της;
Εκεί θα με βρείς.

Δες αυτή την καρυάτιδα·
χάδι ο κώτσος των μαλλιών της
δίσκο κρατεί στο χέρι, σε μένα θα ρθεί,
ακολούθα την και θα με βρείς
στο πάρκο της Κομοτηνής
κι αν ακόμα δέ με βρήκες,
ποτέ σου δε θα με βρείς.

Ε Κ ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ

“ ΦΟΒΟΣ ΚΑΙ ΠΕΝΘΟΣ “

Μιλάς θαρρείς και πέρασαν αιώνες.
Σαράκι που σε τρώει η νοσταλγία.
Τί νόημα έχει για ότι πέρασε αφού δε θα ξανάρθει;
Τί περιμένεις πλάι στ’αντίσκηνο να κλαις,
ν’αναστενάζεις;

Τράβα στη θάλασσα και πέσε τα στον άνεμο,
ν’αδειάσεις απ’ αυτό που τόσο βασανίζεσαι.
Ή και ακόμα,
χάραξέ το στην άμμο την υγρή
κι άσε το κύμα
σαν το μαντήλι να σκουπίσει το δάκρυ που ζωγράφισες.
Όλοι φοβούνται να τ’αγγίξουν.
Όλοι φοβούνται να σ’ αγγίξουν.
Γιατί πενθείς;

Εγώ ειμαι δω·
να σ’αγαπώ.

Ε Κ ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ

ΑΝΕΜΩΝΑ

«Ανεμώνα»

Αγκαλιασμένοι στον άνεμο, για τον κάστρο·
τοπίο απάνεμο
σφιγμένη στον κόρφο μου,
ακουμπισμένο στα μαλλιά σου, το πρόσωπό μου.
Με κοίταξες.
Είδα τον πόθο στα μάτια σου.
Ματωμένα χείλη το στόμα
κύματα ηδονής το κορμί σου.

Σφιχτοδεμένοι εξερευνήσαμε
το σπήλαιο των ορμών,
διαβαίνοντας μ’ αγωνία
την αντίσταση των μυαλών.
Ουρανός, τα μάτια σου·
καταγής
ξαναμμένη
γυμνή
ανθός της Αφροδιτης,
πρωτόγαλα ηδονής
κάβλα ανορθωμένης θηλής.
Στο στόμα ξεδίψαγε το πάθος
όριζα τα όρια του λάθους
μετρώντας τον πόθο μου για σένα.
Μέγγενη στο σώμα
τυλίγονταν το γυμνό σου κορμί
σ’ έκαιγε ηδονή
έλιωνες.

-Σ’ αγαπώ!
-Σ’ αγαπώ!

Τα χνάρια μου
έδεσαν κάβο στη Μεσημβρία.
Τα χέρια μου απλώνω στο πρόσωπό σου
να μεταλάβεις το άποτύπωμα των δακτύλων.

Μονάκριβή μου·
αγαπημένη.
Να με θυμάσαι
όταν φοβάσαι τη μοναξιά
τις ατέλειωτες νύχτες του Χειμώνα.
Θά ‘μαι στο μπαλκόνι σου
μια κόκκινη ανεμώνα,
να σου θυμίζει αιώνια πως υπάρχω·
μόνο για σένα.

Ε. Κ. Γιαννελάκης.

“ ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΑΔΕΡΦΕ ΜΟΥ “

Εθνικόν Στάδιον Σαπών.
Εγκαίνια υπουργού Αχιλλέως·
λοχαγού του εμφυλίου, αυτόκλητου σωτήρος του έθνους.
«Κάθε πόλις και στάδιο, κάθε χωριό και γυμναστήριο».
Πολλούς σταδίους μακράν των Αθηνών,
απαντήσας στρατιώτην του, αναφώνησε:
“Σε είδα, σε γνώρισα και σε θυμήθηκα”
 
 
Υιέ του στρατιώτη.
Είχες αδυναμία στα μέσπιλα. Και δή στα Γερμανικά.
Ονειρευόσουν Γιαπωνέζα και γώ Σουηδέζα.
Τις αποκτήσαμε· με τέσσερις τροχούς.
Τη δική σου λένε Τογιότα, τη δική μου Βολβάρα. (εξ’ ού καί κωλάρα.)
 
Στη μπάντα του Δήμου ήσουν σαλπιγκτής.
Σάλπισες την πτώση της χούντας.
Δέν πρόλαβες να την υμνήσεις.
Τό ‘χες παράπονο και γώ σού ‘λεγα πόσο ήσουν τυχερός.
Έγινες κομμουνιστής.
Έβαλα και γώ το χεράκι μου.
 
Όμως συνάντησες και σύ το Φρόυντ τώρα που πενηντάρισες.
Στη σκιά της Mespilus germanica σαλπίζεις χρώματα Χρυσά· της Αυγής.
 
Υιέ του στρατιώτη.
Σε είδα, τρόμαξα να σε γνωρίσω, αλλιώς σε θυμόμουν.

Ε Κ ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ

ΕΓΩ Ο ΑΝΕΡΓΟΣ

“ ΕΓΩ Ο ΑΝΕΡΓΟΣ “

Τί θέλετ’ από μένα;
Ένα ρεμάλι έγινα,
εγώ που τίποτα δεν έλειπ’ απ’ τό σπίτι μου
και τώρ’ αποφάγια και ψωμί στους κάδους ψάχνω.
Τί θέλετ’ από μένα;
Είν’ η δική σας κοινωνία που μ’ έβγαλε στο περιθώριο·
είν’ η δημοκρατία σας που δίνει το δικαίωμα
ν’ αποφασίζετε για τις δικές μου τύχες
και σεις απάνθρωποι καταδικάσατέ με.

Τί θέλετ’ από μένα;
Το όπλο μου απώλεσα της απεργίας,
ετούτο το δικαίωμα
να νεκρωθούν τα πάντα όταν πεινά η φαμίλια μου
κι άνεργος έμεινα.

Ουδόλως νοιάζομαι ποιός τά ‘φαγε η όχι,
να γκρεμιστεί με νοιάζει
αυτή η κοινωνία σας που αχρηστεύοντάς με,
το δρόμο φράζει
της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

Ε Κ ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ

Ζωή είναι πριν·μετά είναι αργά.

“ Ζωή είναι πριν· μετά είναι αργά.”

Σαν είσαι νέος
έχεις πάρα πολλά να κάνεις
και πολύ λιγότερα να πεις.
Σα μεγαλώνεις
έχεις πολλά να πεις
και λιγότερα να κάνεις.
Γερνώντας,
έχεις τόσα μα τόσα πολλά να πεις
που έστω κι αν λίγα απ’αυτά δεν έκανες εν όσω ήσουν νέος,
δε σε ακούει κανείς.
Και μαραζώνεις·
μόνος
έρμος
δυστυχής.

Ε. Κ. Γιαννελάκης.