“ Η ΑΝΕΡΑΣΤΗ ΓΕΝΙΑ “

Καράβια αβύθιστα,
μυαλά αγύριστα
ταξιδεύουν στα Τάρταρα·
αντικρυστός ο χορός των φελλών.
Πώς να μην επιπλέει το καράβι
αφού η βλακεία γεμίζει το κεφάλι;
Χρόνια στοίχειωναν στον καναπέ
ξενέρωτα μυαλά, τίγκα στο φραπέ.
Στο Σύνταγμα βαράν το κεφάλι τους
οι ίδιοι που αύριο στις κάλπες ορίζουν,
τους Καίσαρες που τώρα οργισμένοι βρίζουν.
Είναι η απολίτικη γενιά του τίποτε
-χάθηκε η επαναστατημένη γενιά του κάποτε-
δίχως ιδέες, χωρίς ιδανικά,
παστά· αλλοτροιωμένα μυαλά.
 
Βαφτίστηκες στα ξέκωλα της Μυκόνου
εξαρτημένη της ηδονής γενιά·
ανέραστη η γενιά που δεν επαναστάτησε.
Στη ζωή οι αλλαγές έρχονται μ’ άλματα
μόν’ αν κυλήσουν ποτάμια τα αίματα.
Στις δικές σου φλέβες,
ρέουν ουσίες κι οινοπνεύματα.

Ε. Κ. ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ.

“ ΑΤΙΜΟ ΜΑΧΑΙΡΙ “

Μπούχτισα με τα ψέμματά της.
Με την αρμύρα κοιμάται
με τη βροχή ξυπνά,
στην αυταπάτη γερνά
παντού μια μάνα την κυνηγά.

Ζυγιάζω στην κόψη του μαχαιριού.
Τσούχτρες οι μαχαιριές,
ματωμένη η ψυχή
χτυπά με ορμή σ’ένα τοίχο.
Γλιστρώ στο χαμό μονάχος στο πέλαγος,
κόβω με το ίδιο μαχαίρι
έναν οιδιπόδειο δεσμό
που μαγγώνει το σιαμαίο της μυαλό.
Κλωστή απ’ τά σπλάχνα μου
έραψε τις πληγές της.

Άτιμο μαχαίρι, τα μάτια μου έβγαλα.

Ε. Κ. ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ.

ΑΝΤΙΦΩΝ

“ ΑΝΤΙΦΩΝ “

Ώ Αντίφων!
Εγεννήθης από τζάκι
σπούδασες τα Χάρβαρντ και τα Κέμπριτζ,
στην πολεμική βιομηχανία επένδυσες.
Τί τριήρεις·
τι κριοί·
τί τόξα βέλη και φαρέτρες·
ξεχείλιζε το Δήλιο Ταμείο.

Κι όταν το μίσος των συμμάχων κατάτρωγε τα σωθικά σου,
τόσο βιός π’ απόχτησες,
– χρυσά τάλαντα σε θυρίδες πίθων και ναών –
γιατί να μοιραστείς με συμπολίτες σου
ως χτες συμμαχητές της Σικελίας;
Μεταστάς του πολιτεύματος,
την πατρίδα σου σε Γερμανούς παρέδωσες.

Τί κι αν το τομάρι σου δέν έσωσες καταφεύγων στη Δεκέλεια,
τί κι άν απολογήθηκες μελίρρυτα ως ο Αγάθων αναφώνησε,
έπρεπε να ξέρεις πως
η εσχάτη προδοσία τιμωρείται με ατίμωση·
άταφο σ’ άφησαν
σε ξέσκισαν οι γύπες και τα όρνια.

Ε. Κ. ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ.

 

“…καὶ τοῖς περὶ τῶν προδοτῶν ἐπιτιμίοις ὑπαχθεὶς ἄταφος ἐρρίφη καὶ σὺν τοῖς ἐκγόνοις ἄτιμος ἐνεγράφη.”

ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ.

«Ζωή είναι»

Όσα ταξίδια κι αν κάνουμε,
πάντα θα υπάρχει το ταξίδι που δέν έχουμε κάνει
μέχρι το τελευταίο ταξίδι.

Στη ζωή
ταξίδια έκανα πολλά,
με τη Ζωή κανένα.
Την καρδιά σου μου πρόσφερες Ζωή
κι ότι ακόμα δέν έμαθα
αν να την ανοίξω πρέπει
ή να την κλέψω.
Είπα να ρίξω λίγο φώς·

γιατί Ζωή είναι:
όλα τα χρώματα της ίριδας
τα όνειρα μιας ολάκερης ζωής
που κάποια ανεξίτηλη πένα γράφει στο θυμικό.

Γιατί Ζωή είναι:
σιωπητήριο σε κατάφυτη ερημιά
όπου ακούγονται οι ήχοι των πουλιών,
θρόισμα των πλατανιών σκεπάζει την ανάσα
και μέσ’ από πηγές
που δροσίζουν τις διψασμένες λυγαριές,
αναβλύζουν τα όνειρα που δέ ζήσαμε
παραπονεμένα να μας καλούν,
γιατί;
ποιός ο λόγος που τ’ αγνοήσαμε.

Ε. Κ. Γιαννελάκης.

ΔΙΚΑΙΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ

“ ΔΙΚΑΙΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ”

Δικαίος, ήσουν·τ’ απέδειξες στις Πλαταιές.
Σε είπαν δίκαιο
μα ποιός μπορεί να πεί αν είχαν δίκιο ή άδικο;
Αριστοκράτης άτεγκτος
δίκαια ελειτούργεις όπως οι νόμοι πρόσταζαν
μα ποιός ορίζει αν, νόμοι δίκαιοι ή άδικοι;

Το Δήλιο ταμείο η Αθήνα κατεχράσθη
κι ερωτηθείς ώ δίκαιε
συμφέρον είπες και τ’ άδικο κατάπιες
έκτοτε δέ, αυτό που όρισες ως δίκαιο
επί δικαίους και αδίκους καταφέρεται.

Ε Κ ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ

“ ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ, Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ “

 

Οι περισσότεροι από σας
δέ με γνωρίζετε ω άνδρες Αθηναίοι,
φαντάζομαι ούτε κι ο Κλέων
που τόσα ηρωικά σας μίλησε πριν λίγο
υπέρ βωμών και εστιών
τους Λέσβιους να σφάξουμε
θαρρείς και είναι όρνιθες.
Διόδοτος με τ’ όνομα, επάγγελμα ορνιθοτρόφος.
Στα σουπερμάρκετ η σφραγίδα μου γνωστή
μεγάλος χορηγός,
διαφημίσεις στην τιβί,
μεγανυκοκυραίος!
Ένα πρωί στη φάρμα καθώς έλεγχα τους δούλους
κάποιο γεράκι έσπασε τα μούτρα του βουτώντας·
ανακατεύτηκαν οι όρνιθες.
Ο σύντροφός του εκδίκηση δέ ζήτησε,
ένα κλωσσόπουλο άρπαξε και πέταξε μακριά.
Γιατί ω Κλέωνα
γνωρίζει το γεράκι πωςι περισσότεροι από σας
δέ με γνωρίζετε ω άνδρες Αθηναίοι,
φαντάζομαι ούτε κι ο Κλέων
που τόσα ηρωικά σας μίλησε πριν λίγο
υπέρ βωμών και εστιών τους Λέσβιους να σφάξουμε θαρρείς και είναι όρνιθες.
Διόδοτος με τ’ όνομα, επάγγελμα ορνιθοτρόφος.
Στα σουπερμάρκετ η σφραγίδα μου γνωστή
μεγάλος χορηγός,
διαφημίσεις στην τιβί,
μεγανυκοκυραίος!
Ένα πρωί στη φάρμα καθώς έλεγχα τους δούλους
κάποιο γεράκι έσπασε τα μούτρα του βουτώντας·
ανακατεύτηκαν οι όρνιθες.
Ο σύντροφός του εκδίκηση δέ ζήτησε,
ένα κλωσσόπουλο άρπαξε και πέταξε μακριά.
Γιατί ω Κλέωνα
γνωρίζει το γεράκι πως,
κόττα δέν είναι μα την Παλλάδα Αθηνά
κι αν οι δικές μου εκλείψουν όρνιθες
τόσον καλόβολους πελάτες πού να τους ξαναβρεί.
Και τί μας λες τώρα εδώ;
Τους Λέσβιους να αφανίσουμε
αυτούς που τόσους φόρους δίνουν
ποσά και καταθέσεις σε τράπεζες του Άστεως;
Δίχως αυτούς,
χωρίς τα δάνειά τους
τί κοτόπουλα θα πούλαγα στη Λέσβο,
φουά γκρά στην αγορά των Αθηνών;
Παλάβωσες ωρέ;
Η σφαγή θα φέρει προσφυγιά
στα Φάληρα στον Πειραιά.
Δούλους έχουμε·
πελάτες ψάχνουμε
κι αντί τους πρόσφυγες να τρέφουμε,
πίσω·
θα τους θρέψει η πατρίδα τους!

Ε. Κ. ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ.

ΟΙ ΑΤΣΑΛΑΚΩΤΟΙ

“ ΟΙ ΑΤΣΑΛΑΚΩΤΟΙ “

Εν αρχή ήν, ζιβάγκο.
Δέ χρειάζονταν σιδέρωμα, σ’ έπνιγε λιγάκι στο λαιμό,
τσίριζες:
– Έξω τα Πάντα και οι πάντες απ’ τήν Ελλάδα!
Ήρθαν οι φρουροί του τρίτου δρόμου,
συνέτρωγαν ομού
μετά του Κοσκωτά,
– COSCO,πού να θυμάμαι τώρα; –
εις τό ονομαστόν επί Ταύρω μαγειρείον,
ονόματι Αυριανή.
Έ, πώς να ορκιστείς έτσι μπροστά στο μακαριώτατο;
τουλάχιστον ένα υποκάμισο λευκό θα μπορούσες να φορέσεις.
Εκπτώσεις!
Δέ σου πάει η γραβάτα ρε φίλε.
Και κείνο το μούσι·
ίσιαξέ το·
δώσε ένα σχήμα.
Μη λερώσει ο χαρτογιακάς,
κόντινέ το λιγάκι.
Εν πάση περιπτώσει, κάντο όπως ο Τσέ!
Βρε πόσο σου ταιριάζει το μοντγκόμερι!
Το Μινιόν γεμάτο· σε καλές τιμές.
Η γενιά της αλλαγής, φόρεσε το παλτώ της.
Βαρυχειμωνιά.
Εμείς;
Ά, εμείς.
Τα καμάρια του Μάρξ και του Λένιν!
Εντάξει ρε φίλε· μή βαράς·
του Λένιν και του Μάρξ.
Πάντα τσακωνόμασταν για το όνομα στη μαρκίζα.
Ποιά ιδεολογία ρε φίλε;
Ένα ταξί δέ μπορούσαμε να μοιράσουμε.

«Πρώτοι στα μαθήματα, πρώτοι στον αγώνα».
Για τα μαθήματα έχω μιαν αμφιβολία.
Τα ιδρύματα εσαεί τυπώνουν πτυχία με το ζύγι.
Για τον αγώνα δέ, τί να πώ;
Ξεμείναμε από προλετάριους.
Ήταν ανίκανοι βλέπεις,
να διακρίνουν τη διαφθορά της γραβάτας, χωρίς γραβάτα.
Άλλωστε οργανώνονταν ομαδικές Κοινωνίες,
ενίοτε οινοποσίες στα στέκια της εποχής:
Ομόνοια, Χαυτεία, Σύνταγμα, Χημείο,
«στ’ Αποστόλη το κουτούκι πήγα κι άκουσα μπουζούκι».
Ως επαναστάτες είχαμε μιαν αδυναμία στο κόκκινο· κρασί.

Δεν τ’ αποφύγαμε· έπεσε το τείχος.
Κι ας εκάναμε φιλότιμες προσπάθειες να το αποτρέψωμεν
πίνοντες δημοσίως
γάλα πλούσιον εις στρόντιον,
επί της Ομονοίας.

Η φλόγα καίει μέσ’ στην καρδιά σου ακόμα.
Φαίνεται εξ άλλου στο ντύσιμό σου.
Τριτοδρομικέ επαναστάτη•
τόσα χρόνια δέ φόρεσες γραβάτα.
Η μόνη επαναστατική πράξη που έχεις να επιδείξεις!

Ε. Κ. ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ..