Η ΤΡΙΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΗΤΤΑΣ

Η ΤΡΙΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΗΤΤΑΣ

 

 

» Ο ΧΡΟΝΟΣ ΕΙΝΑΙ ΣΤΟΙΧΕΙΟ»

Έλα στην αγκαλιά μου,

μην αργείς,

ο χρόνος είν’ στοιχειό του Βαλανάρη

μας κυνηγά στις όχθες του•

κι είναι πυκνές οι καλαμιές

και δε μπορώ να τρέξω

να μπω μπροστά απ’ ότι στη ζωή με τυραννά.

Κι άμα σκοντάψω και πέσω καταγής

αγκάλιασέ με

όπως η γη σφιχτά

ετούτα τα καλάμια

το χαμομήλι

το τριβόλι.

Έλα με τα φιλιά σου

γιάννε μου το κορμί,

κορμί μου ποθητό.

Πολύ αργείς κι η έμπνευση μου φεύγει.

Ε Κ ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ

 

 

«ΔΥΟ ΑΝ ΚΙ ΕΝΑ ΘΑ»

Μη λυπάσαι λυγαριά μ.

Το χαμόγελό σου,

όαση στην έρημο της ζωής

όταν χορεύει στους ρυθμούς της ελπίδας.

Αλίμονο σ’ αυτούς που έτρεχαν

μια ζωή πίσω απ’ την ελπίδα

κι ήταν η ζωή τους μια στιγμή που πέρασε

κι ήταν η ελπίδα το μαρτύριο της ζωής τους

κι έζησαν απανωτούς αποχωρισμούς

χωρίς σταματημό

δίχως οίκτο κι έλεος.

Τιμωρεί η ζωή

αυτούς που την αγνόησαν

και δεν αντιλήφθηκαν ούτε μια στιγμή το πέρασμά της

γιατί θαμπώθηκαν κι ερωτεύτηκαν

δύο «αν» κι ένα «θα»•

ερωτεύτηκαν την ελπίδα.

Ε Κ ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ

 

 

» ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΗΤΤΑΣ »

Αναπνοή κι ανάσα σού ‘δωσα

τα μάτια

την ψυχή

τα δάκρυά μου.

Μου χάρισες τη μυτούλα σου

πάντοτε βουλωμένη,

συναχωμένο μου.

Το φιλί σου,

τη ζωή μου κλέβει

την ελπίδα διώχνει μακρυά

έναν έρωτα να νιώσω στα στερνά.

 

Πλανευτικό φιλί

για ένα ζευγάρι μάτια

μια ψυχή,

πανάκριβο φιλί

όσο μια στέρνα δάκρυα.

Ε Κ ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ

Advertisements

ΡΩΤΑ ΚΑΙ ΜΕΝΑ

» ΡΩΤΑ ΚΑΙ ΜΕΝΑ »

Εγώ, την αγαπώ

κι αυτό το σ’ αγαπώ

ποτέ δε θ’ αρνηθώ

ούτε θ’ απαρνηθώ.

Φωνή,

ζεστή και τρυφερή

κι ερωτική συνάμα

μα ο θυμός της

το αίμα μου παγώνει.

Την καρδιά μου γυμνή

στη χούφτα της κρατεί

και οπωσδήποτε μπορεί,

να τη φροντίσει

την αγαπήσει

ή και να τη σφίξει τόσο,

όσο να την πνίξει.

Μη γαβγίζεις Ίωνα.

Καλό σκυλί

κακό σκυλί

πάντα μια κυρά θα σε τραβάει απ’ τό λουρί.

Κι άμποτε δαγκώσεις Ίωνα τα χέρια της

την καρδιά μου θα πληγώσεις.

Μία την έχω.

Καί την καρδιά μου καί την κυρά σου.

Μή γρυλίζεις θυμωμένος Ίωνα•

κυκλοφορούνε φίμωτρα και αλυσίδες.

Ρώτα και μένα.

Ε Κ ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ

ΜΑΡΙΟΥΠΟΛΗ ΣΥΡΙΑ, ΝΙΚΟΥ ΚΑΙ ΚΟΤΖΙΑ ΓΩΝΙΑ.

» ΜΑΡΙΟΥΠΟΛΗ, ΣΥΡΙΑ

ΝΙΚΟΥ ΚΑΙ ΚΟΤΖΙΑ ΓΩΝΙΑ »

Σαν τον αρχαίο Κλέοβι μας είπες πως θα πας

την άμαξα να σύρεις ως εδώ απ’ τή Μαριούπολη

φορτωμένος μια πατρίδα ματωμένη,

μα πισωγύρισες με Ούκρους γαζωμένους

από βόλια ελεύθερα και πατριωτικά.

Απόγονος του Ρεμ, σύντροφος του Ντούγκιν

τί άλλο θά ‘κανες στων Ουκρ τη χώρα,

σε τούτη την αχρεία πολιτεία

που κομπάζει ανιστόρητα για την αρχαία τετρακτίδα;

Πολλοί αρχαίοι έριζαν γι αυτήν,

φιδίσιο φωλιασμένο αβγό

σε όσχεο φασιστικό.

Σε τούτο το σφαγείο που σέρνει η γενιά σου

μια μάνα κλαίει και βουβά θρηνεί

δικαίωση ζητώντας για το γιό της

αυτό το παλληκάρι

που στο στήθος του καρφώσαν

τούτο τ’ αρχαίο σύμβολο που ψάχνεις

στους Ούκρ,

στους Αχαιούς,

στους κατάπτυστους Αλαμανούς

στους φονιάδες Αμερικανούς•

το δίκοπο μαχαίρι.

Ε. Κ. ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ.

ΤΟ ΧΡΩΜΑ

« ΤΟ ΧΡΩΜΑ «

Λες πως θα χαθείς

θα πέσεις σε λήθαργο

και θά ναι βαρύς ο χειμώνας.

Εσύ δέ θα νιώθεις

και γω πώς ν’ αντέξω στην παγωνιά;

Νομίζεις.

Θα είμαι το όνειρό σου

αυτό που δεν ήθελες να ζήσεις

κι όταν με τον καιρό ξυπνήσεις

θα έχω χαθεί στα χρώματα της Άνοιξης.

Και πίστεψέ με είναι τραγικό να ξυπνάς ένα πρωί

και να λείπει ο άνθρωπος που έδινε χρώμα στη ζωή σου.

Ο κόσμος σου γίνεται γκρίζος.

Το χρώμα της άνοιξης διαχέει φως.

Το γκρίζο,

μόνο καταπίνει· τα όνειρα των χειμώνων.

Ε Κ ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ

ΤΟ ΞΕΦΩΤΟ ΤΟΥ ΒΟΥΝΟΥ

» ΤΟ ΞΕΦΩΤΟ ΤΟΥ ΒΟΥΝΟΥ »

Με θάμπωσαν τα σαστισμένα σου μάτια

κι ανέβηκα στον εξώστη να διηγηθώ την ιστορία μου.

Το φωτεινό σου χαμόγελο δεν είχε την τύχη να ζωγραφίσει κανείς,

πολλές οι οκτάβες του φιλιού σου

άπειρα σκαλιά της ηδονής,

χάθηκα•

τσακίστηκα στα βράχια της Βραυρώνας.

Αν τα λουλούδια δεν είχαν φορέσει το μαύρο τους φόρεμα

θα τα έπνιγε το φως,

δε θα πρόσεχε κανείς

το κίτρινο στις πιο έντονες αποχρώσεις.

Το μαύρο σου φόρεμα,

περίγραμμα της φωτεινής σου ψυχής

π’ αρμονικά διασχίζει το φως της λεωφόρου

κι άλλοτε ξεκαρδίζεται στο ξέφωτο του βουνού.

Δε θέλω να χαθείς απ’ τα μάτια μου

δέ θέλω να χάσω αυτό που δεν έζησα.

Καταφεύγω στο ξέφωτο του βουνού

στο φως της λεωφόρου,

λείπεις.

Μου λείπεις.

Ο έρωτας στο σκοτάδι δέ ζει.

Δεν έχασα κάτι που ποτέ μου δεν έζησα,

έχασα την ελπίδα πως θα το ζήσω.

Ε Κ ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ

ΝΟΥΦΑΡΟ

«ΝΟΥΦΑΡΟ »

Χρώμα σου το κίτρινο

νούφαρο του βάλτου,

μοναδικό σου τ’ άρωμ’ απαλό.

Πόσες φορές δε βούτηξα

και πόσες άλλες στα λασπόνερα

νούφαρα να σου κόψω;

Μήν κοιτάς το λερωμένο·

τ’ άρωμα μύρισε.

Ε. Κ. ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ.

» ΚΑΠΟΙΑ ΜΕΓΑΛΗ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ «

«ΚΑΠΟΙΑ ΜΕΓΑΛΗ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ»

Δέ με περίμενες

χρόνος γι’ αγάπες δεν περίσσευε·

αδήμονη λαχτάρα το κορμί σου.

 

Δε με περίμενες·

εσάστισες

και στο φιλί μου παραδόθηκες.

 

Μελιτωμένα χείλη

κι η βελουδένια γλώσσα σου δεν έχει τελειωμό

ακόμα μου ταράζει το μυαλό.

Αγριοστάφυλο οι ρώγες σου

θραύονται σκληρά στον ουρανίσκο

χυμούς το στόμα ξεχειλίζει

γεύσεις ηδονικές

και αξεπέραστα οργασμικές.

Φουσκώνει το ποτάμι

τ ‘ αγριοστάφυλα στις όχθες με καλούν,

σ ‘ αυτό τον πειρασμό

είμαι μικρός ν’ αντισταθώ.

Χυτό κορμί στο βάθρο του

– τό ‘χει σμιλέψει η ηδονή –

δονείται αρμονικά

και τ’ άγγιγμά μου χαλινάρι του

μέχρι να φτάσω εκεί

που πρώτη φορά ειχα προσεγγίσει

κάποια Μεγάλη της Παρασκευή,

όταν ο πόθος νίκησε

την πιο μεγάλη μου αναστολή

κι έκτοτε πάντοτε και πάντα

σα μεθυσμένος υποκλίνεται,

σε κάθε σου στιγμή,

ηδονική.

Ε. Κ. ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ.