ΕΓΩ Ο ΑΝΕΡΓΟΣ

ΕΓΩ Ο ΑΝΕΡΓΟΣ

 

Τί θέλετ’ από μένα;

Ένα ρεμάλι έγινα,

εγώ που τίποτα δεν έλειπ’ απ’ τό σπίτι μου

και τώρ’ αποφάγια και ψωμί στους κάδους ψάχνω.

 

Τί θέλετ’ από μένα;

Είν’ η δική σας κοινωνία που μ’ έβγαλε στο περιθώριο·

είν’ η δημοκρατία σας που δίνει το δικαίωμα

ν’ αποφασίζετε για τις δικές μου τύχες

και σεις απάνθρωποι καταδικάσατέ με.

 

Τί θέλετ’ από μένα;

Το όπλο μου απώλεσα της απεργίας

ετούτο το δικαίωμα

να νεκρωθούν τα πάντα όταν πεινά η φαμίλια μου.

 

Ουδόλως νοιάζομαι ποιός τά ‘φαγε η όχι,

να γκρεμιστεί με νοιάζει

αυτή η κοινωνία π’ αχρηστεύοντάς με,

το δρόμο φράζει

της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

 

Ε Κ ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ

Advertisements

ΚΑΤΑ ΤΥΡΑΝΝΩΝ

ΚΑΤΑ ΤΥΡΑΝΝΩΝ

(Θρασύβουλος εν Αθήναις, 403 π.Χ.)

 

Ο Θρασύβουλος

τώ βήματι ανέβηκε

κυκλικά εσήκωσε τον κύλικα

του Θηραμένη κότταβο

αεροβάπτισε.

 

Κάτω

λαός πολύς.

Θρανίο πρώτο, ολιγάρχες·

αυνάνες του πρωιού

συμποσιάρχες του πλοκού,

«ευεργέτες» γνωστοί,

της διατεταγμένης ζώνης

άρτων και θεαμάτων χορηγοί.

Δαχτυλοδείχνοντας αυτούς

που φεράρι είχαν παρκάρει

στου Ιερού Βράχου τις κλιτύς,

με θάρρος περισσό

ο Θράσος θρασυβούλως

τάδε έφη:

 

» Ήρθατε με κούφιες υποσχέσεις

κατά φαύλων και συκοφαντών,

συλήσατε την αγορά του Δήμου

κι ανοίξατε μιά δική σας

όπου

μόνη φωνή των ψιττακών

που ως ωδικά ασκείτε

στους πλουμιστούς κλωβούς σας,

ετούτο το λαό να ξεγελάσετε

το πολίτευμα να καταλύσετε.

Γιατί λοιπόν

βούλεσθε τόσον πολύ

εξουσιάζεσθε ημών

εσείς που τόσες ατιμίες

στο βωμό του κέρδους κάμετε;

Ατιμία

λέν το δίκιο που πρεσβεύετε.

Κι είστε ανδρείοι εσείς

που σε Γερμανούς άρατε πύλας;

Και τί έκαμαν οι φίλοι σας

λαφυραγωγοί της οικουμένης;

Εσάς μέν

ες οργήν λαού παράτησαν

τους δέ

δωσίλογους δοτούς σας

στη λα·ι·κή κυβέρνηση του τόπου

το κώνειο να πιούν”.

Τότε τη δεξιά του τη γροθιά

στο έδρανο εχτύπησε

κόντεψε να το σπάσει

με το ζερβί

τον κύλικα ανέτεινε ψηλά

οι φλέβες του λαιμού του πρήστηκαν

φωνή μεγάλη εβροντοφώναξε:

 

-Τσακίσαμε το φασισμό·

ελευθερώσαμε

το βούλεσθαι και αγορεύειν! »

 

Ε. Κ. Γιαννελάκης.

Ο ΣΑΛΤΙΜΠΑΓΚΟΣ ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

» Ο ΣΑΛΤΙΜΠΑΓΚΟΣ, ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ »

 

Κρατώ ένα σχοινί

θηλειά να πάς να κρεμαστείς

εσύ που τη ζωή μου

όσο-όσο ξεπουλάς

στων δανειστών τα παζάρια

που δέ στη δάνεισα ποτέ μα ούτε σου ανήκει.

 

Κι άν μονάχος δέ μπορείς

τρέμεις και σου λείπει το θαρσείν

που μου είσαι όλο ειπείν και φερ’ ειπείν

δήμιος ο δήμος 

να στο τυλίξει στο λαιμό

κάτι που εσύ σε μένα

κάνεις τώρα και καιρό

χωρίς ντροπή χωρίς αιδώ.

 

Τ’ αγόρασα φτηνό

τότε που πέσαν οι αξίες

σ’ ανάξιες αγορές κι ομολογίες.

Μπούχτισα κύρ-φασιστάκο

κι αλήθεια μετανόησα

τόσα ιερά που πούλησα

 

οργή το νόμο σου έφτυσα

Αδωνάκο μου Ναμπούκο

σαλτιμπάγκο μου μπουμπούκο.

 

Ε. Κ. Γιαννελάκης.

Η ΠΛΑΝΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

» Η πλάνη του θεού «

 

Μοναξιά βαρειά Τον έτρωγε

μα πώς με μια θεά να μοιραστεί την εξουσία

κι από την άλλη,

θεός θεός

αλλά κι Αυτός τη σάρκα είχε ανάγκη

μιας γυναικός τις χάρες να γευτεί

μα πώς ν’ αγγίξει μια θεά;

Τον άνδρα σκέφτηκε

κατ’ εικόνα του τον έπλασε,

δήθεν μια στο πλευρό του συντροφιά

ομως και πάλι Του διέφυγε πως,

ηδονή και έρωτα ο άσαρκος δέ νιώθει.

Τί οι νεκροί να νιώσουν;

Ώ γυναίκα, γυναίκα·

η πλάνη ενός θεού το λίκνο σου.

 

Ε Κ ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ

ΟΙ ΧΥΔΑΙΟΙ

» ΟΙ ΧΥΔΑΙΟΙ »

 

Όμορφη πόλη

ομοιοφοβική

σπέρμα λουσμένη και ιδρώτα

και αίμα· πολύ αίμα· μαζοχυστικό.

Όργια ρωμαίικα

πάθος

έξαψη

παρελάσεις ψαριανών

τατσόπουλων,

χειμωνάδων και λοβέρδων

ρωμανών και κυρανάκηδων.

 

Σάλπιγγες προπορευόμενες ηχούν

προστάτες εκρήγνυνται παταγωδώς

κώλοι πυρρωμένοι και φαλλοί πρησμένοι

όρχεις βαρείς κι ασήκωτοι,

χαμηλά το κέντρον βάρους.

Οι χυδαίοι κυβερνούν αυτή την πόλη.

Σιχάθηκα·

Πάμε να φύγουμ’ από δω·

Σ’ αυτή την πόλη δεν έχουμε ζωή.

 

Ε Κ ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ

ΑΝΘΗ

» ΑΝΘΗ »

 

Πόσο μού λείπεις

νιότη μου πρώτη

νιότη μου δεύτερη,

γέρασα πιά.

Παράλληλοι οι δρόμοι με τ’ άνθη που σ’ αγάπησαν

γιατί καρτερούσες

σε κήπους και μπαχτσέδες να μυρίσεις τ’ άρωμά τους.

Φοβόσουν, μη τ’ αγγίξεις και μαραθούν.

 

Κι όμως.

Ενδόμυχα περίμενες τόσα χρόνια

μ’ ένα τρυφερό φιλί να σου πουν,

σ’ αγαπώ.

Μάταια.

Άλλοι, τα άγγιξαν.

 

Ε Κ ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ

ΑΝΩΦΕΛΗΣ ΚΩΝΩΨ

» ΑΝΩΦΕΛΗΣ ΚΩΝΩΨ »

 

Μωρό ήμουν και θήλαζα

και σύ όι μάνα μ’ τί ντροπή,

μια κουνουπιέρα στην κούνια μου δεν άπλωνες,

σ’ αυτή την καλαμένια πού ‘πλεξαν οι γύφτοι,

ο Μπίθρος κι η παρέα του.

Κι ήταν γεμάτο μου το σώμα

δήγματα κουνουπιών.

Τόσοι μαυριδεροί,

σε μένα έρχονταν;

Σε μένα τον ασπρή;

Δέ με λυπούνταν.

Ακούς εκεί;

 

Μεγάλωσα και θέριεψα στους βάλτους.

Κάπου το είχα ξαναδεί:

«Η κάθοδος των μυρίων Κωνώπων»,

και δώστου μια νυχτιά τ’ Αυγούστου

εβρήκα τον Ανωφελή.

 

-Ω Ανώφελες!

Τί δάκνεις το γύφτο το Μαυρή

κι όχι εμέ τον Αφελή;

 

-Έι πατριώτη Αίλοιννα!

Θέρμες, σπαζοκεφαλιές,

χρόνια πολλά ειδα την καζάντια σου.

Σκούριασε ωρέ το αίμα σου, μπλεδίζει.

Για το Θεμιστοκλή όλο ιστορείς, για τον Καραισκάκη.

Το μίσος και ο φόβος,

σού ‘δεσαν την ανάσα,

λιγόστεψε στο αίμα σου η ζωή.

Τί να σε κάμω τώρα ωρέ,

δίχως τροφή

τα παιδιά μου πώς να θρέψω;

Πώς να θεριέψουν τα πουλιά

ελεύθερα στο βάλτο να πετούν;

Κι αν ήμουν τέτοια λιχουδιά, τώρα κατάντια.

Δύσοσμα τα χνώτα μου, σήπεται η σάρκα.

Εγώ που ήμουν θεριακλής·

σπουργίτια, σπίνοι, σαύρες, βάτραχοι

εμένα λιγουρεύονταν!

Απόμκα μόνος κι έρμος, ο ανωφελής,

ψάχνων τη λύση για να βρώ

κι άκου πώς αναθάρρησε

το νιονιό μου το στραβό:

Είμαι από καλή γενιά· Ανωφελών κωνώπων.

Πεινώ για αίμα κόκκινο γεμάτο λευτερία.

Εσύ Γραικέ φιγουρατζή ζήσε με ψευδαισθήσεις.

Παντού γαλάζιος ουρανός κι η θάλασσα βαφή του.

Φεύγω να πάω στην Αφρική στη Μπαρμπαρία.

Εκεί θα πάω· να μεθύσω ελευθερία!

Κι εσύ ηλίθιε κιοτή,

μείνε με τους αρχαίους λίθους προσκεφάλι

την αρχαία σκουριά στο αίμα, στο κεφάλι.

Κι άν κάποιοι κάποτε με θυμηθούν

πές τους, τό όνομά μου:

 

Κώνωψ Ανωφελής.

Κοινωφελής.

Επωφελής

στους αφελείς

της οφειλής.

 

Ε Κ ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ