Η ΝΤΡΟΠΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΥ ΓΕΝΟΥΣ

» Η ΝΤΡΟΠΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΥ ΓΕΝΟΥΣ »
Εκπορεύομαι των εφηβικών γυμνασίων,
αγενής και αγροικίων,
δέ μοιάζω σε ιππότες λιμοκοντόρους
μηδέ σε χιτλερίσκους αμακαδόρους.

Τα Αίσχη στους αισχρούς σας τοίχους
στάζουν πίσσα και νάφθα της πέτρας.
Παίρνω λοιπόν και γώ το θράσος να σας γράψω,
όπως εσείς τόσα χρόνια κάνετε σε μένα
προβάλλοντες τη ματοβαμένη ιστορία σας,
την άγνοια και το μέγιστο δηθενισμό σας.

Άνιωθοι, αόμματοι, άχροοι και άοσμοι,
ψεύτικα γλοιώδη ανθρωπάκια,
Ντροπή του ανθρώπινου γένους!
Των βάφεν και ξεβάφεν του ανθρώπινου δέρματος·
εγκληματίες·
του Μπάμπι Γιάρ
του Διστόμου
των Καλαβρύτων!

Ναζί. Με τες ίδιες κουκούλες, όπως και σήμερα οι διακοναραίοι σας.
Ναζί. Με τις τόσες φωτογραφίσεις πάνω στα πτώματα των εκτελεσμένων,
Ναζί. Κυνηγοί που καμαρώνουν τον τρύγο των σμπάρων τους.
Αιμομείκτες ναζί:
Με τις μπότες σας λιώσατε τη στοργή των μανάδων σας.
Μητροκτόνοι, παιδοκτόνοι, κτηνάνθρωποι!

Αναίσχυντε κι επαίσχυντε λαέ!
Στα κρεματόρια έκαιγες τις σάρκες των Ρομά,
ευθανασία στους ανήμπορους γιούς σου!
Στους προθάλαμους της εθνικής σου σαπωνοποιίας
κρέμαγες σε σβάστικες τα σαρκία των εβραίων,
αυτών που ονομάτιζες συνώνυμους της τοκογλυφίας
γιατί επωφθαλμιούσες τη θέση τους.
Κι ότι δέν κατάφερες με τα όπλα και τον αφανισμό,
τη γενοκτονία που γέννησε το άρρωστό σου μυαλό
παλεύεις τώρα να πετύχεις με χαρτοκλέφτες και αυταπάτες
καταδικάζοντας τα παιδιά μας σε πείνα,
βυθίζοντας την ελεύθερη σκέψη στο χρώμα του χρήματος,
ρέοντας κροκοδείλια δάκρυα
όσο τα φώτα της ράμπας φέγγουν τα σκοτεινά μονοπάτια.
Κι όταν αυτά σβήσουν
θα διακονεύει η συνείδησή σου
το έλεος των ζωντανών ανθρώπων,
αυτών που δέν στέργουν το νεοφιλελευθερισμό σου,
αυτών που παραμένουν άνθρωποι σοφοί
ως εκ γενετής εχουσιν βαπτισθεί.

Εφθάκαμε γκάσταρμπάιτερς στη χώρα σου
να ξαναχτίσουμε ότι το μίσος σου κατεδάφισε.
Σε καταγράψαμε στα βιβλία του οίκτου κι ευσπλαχνίας μας
και σύ ακόμα δέν έσβησες απ’ τό αίμα σου την ασέβεια στον ανθρώπινο πόνο.
Δέ γίνεται ν’ αναστηθεί εκείνος ο μονόπους αλεξιπτωτιστής
που τού ‘κοψε το άκρο με δικράνι ένας κρητικός αγωνιστής;
Να εξηγήσει τί στο διάβολο ήταν η συγγνώμη που ζήτησε
από έναν δεκατετράχρονο έφηβο
όταν με θάρρος και περηφάνεια απάντησε:

«Εμείς ξαναστήσαμε τα σπίτια που εσείς γκρεμίσατε
όταν καταχτητές ήρθατε στη χώρα μας.
Θα γυρίσω πίσω στο δωμάτιο που μεγάλωσα·
στη σάλα άκουγα τους παππούδες να διηγούνται ανδραγαθήματα,
πώς οι μανάδες ξαγρύπναγαν νηστικές
ανάμεσα σε ψείρες, ντουφέκια και θημωνιές!
Ο μητρικός θηλασμός ποτέ, μα ποτέ δέ μας έλλειψε».

Άκουσε λοιπόν λαέ αλυτήριε,
γαλουχημένε στην έρπουσα παιδεία του ναζισμού·
που ανέχεσαι ταγούς να στραγγαλίζουν τα βρέφη μας!
Δέν έχεις άλλοθι πλέον, μιά φορά σε συγχώρεσα.
Όσοι από μάς μείνουμε ζωντανοί,
το Ρούπελ δέ θα διαβείς!
Ο Ίτσιος θα είναι εκεί· αντρειωμένος και πάλι.

Ε. Κ. ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ.

» Η ΝΤΡΟΠΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΥ ΓΕΝΟΥΣ »

Εκπορεύομαι των εφηβικών γυμνασίων,
αγενής και αγροικίων,
δέ μοιάζω σε ιππότες λιμοκοντόρους
μηδέ σε χιτλερίσκους αμακαδόρους.

Τα Αίσχη στους αισχρούς σας τοίχους
στάζουν πίσσα και νάφθα της πέτρας.
Παίρνω λοιπόν και γώ το θράσος να σας γράψω,
όπως εσείς τόσα χρόνια κάνετε σε μένα
προβάλλοντες τη ματοβαμένη ιστορία σας,
την άγνοια και το μέγιστο δηθενισμό σας.

Άνιωθοι, αόμματοι, άχροοι και άοσμοι,
ψεύτικα γλοιώδη ανθρωπάκια,
Ντροπή του ανθρώπινου γένους!
Των βάφεν και ξεβάφεν του ανθρώπινου δέρματος·
εγκληματίες·
του Μπάμπι Γιάρ
του Διστόμου
των Καλαβρύτων!

Ναζί. Με τες ίδιες κουκούλες, όπως και σήμερα οι διακοναραίοι σας.
Ναζί. Με τις τόσες φωτογραφίσεις πάνω στα πτώματα των εκτελεσμένων,
Ναζί. Κυνηγοί που καμαρώνουν τον τρύγο των σμπάρων τους.
Αιμομείκτες ναζί:
Με τις μπότες σας λιώσατε τη στοργή των μανάδων σας.
Μητροκτόνοι, παιδοκτόνοι, κτηνάνθρωποι!

Αναίσχυντε κι επαίσχυντε λαέ!
Στα κρεματόρια έκαιγες τις σάρκες των Ρομά,
ευθανασία στους ανήμπορους γιούς σου!
Στους προθάλαμους της εθνικής σου σαπωνοποιίας
κρέμαγες σε σβάστικες τα σαρκία των εβραίων,
αυτών που ονομάτιζες συνώνυμους της τοκογλυφίας
γιατί επωφθαλμιούσες τη θέση τους.
Κι ότι δέν κατάφερες με τα όπλα και τον αφανισμό,
τη γενοκτονία που γέννησε το άρρωστό σου μυαλό
παλεύεις τώρα να πετύχεις με χαρτοκλέφτες και αυταπάτες
καταδικάζοντας τα παιδιά μας σε πείνα,
βυθίζοντας την ελεύθερη σκέψη στο χρώμα του χρήματος,
ρέοντας κροκοδείλια δάκρυα
όσο τα φώτα της ράμπας φέγγουν τα σκοτεινά μονοπάτια.
Κι όταν αυτά σβήσουν
θα διακονεύει η συνείδησή σου
το έλεος των ζωντανών ανθρώπων,
αυτών που δέν στέργουν το νεοφιλελευθερισμό σου,
αυτών που παραμένουν άνθρωποι σοφοί
ως εκ γενετής εχουσιν βαπτισθεί.

Εφθάκαμε γκάσταρμπάιτερς στη χώρα σου
να ξαναχτίσουμε ότι το μίσος σου κατεδάφισε.
Σε καταγράψαμε στα βιβλία του οίκτου κι ευσπλαχνίας μας
και σύ ακόμα δέν έσβησες απ’ τό αίμα σου την ασέβεια στον ανθρώπινο πόνο.
Δέ γίνεται ν’ αναστηθεί εκείνος ο μονόπους αλεξιπτωτιστής
που τού ‘κοψε το άκρο με δικράνι ένας κρητικός αγωνιστής;
Να εξηγήσει τί στο διάβολο ήταν η συγγνώμη που ζήτησε
από έναν δεκατετράχρονο έφηβο
όταν με θάρρος και περηφάνεια απάντησε:

«Εμείς ξαναστήσαμε τα σπίτια που εσείς γκρεμίσατε
όταν καταχτητές ήρθατε στη χώρα μας.
Θα γυρίσω πίσω στο δωμάτιο που μεγάλωσα·
στη σάλα άκουγα τους παππούδες να διηγούνται ανδραγαθήματα,
πώς οι μανάδες ξαγρύπναγαν νηστικές
ανάμεσα σε ψείρες, ντουφέκια και θημωνιές!
Ο μητρικός θηλασμός ποτέ, μα ποτέ δέ μας έλλειψε».

Άκουσε λοιπόν λαέ αλυτήριε,
γαλουχημένε στην έρπουσα παιδεία του ναζισμού·
που ανέχεσαι ταγούς να στραγγαλίζουν τα βρέφη μας!
Δέν έχεις άλλοθι πλέον, μιά φορά σε συγχώρεσα.
Όσοι από μάς μείνουμε ζωντανοί,
το Ρούπελ δέ θα διαβείς!
Ο Ίτσιος θα είναι εκεί· αντρειωμένος και πάλι.

Ε. Κ. ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ.

» ΟΤΑΝ ΕΚΛΑΨΕ Ο ΝΙΤΣΕ «

Πρωί· καλαηδείς γλυκέ μου Κίτσε·
δέν άκουσες τί είπε ο Νίτσε;
Ο Θεός είναι τώρα νεκρός
και συ πίνεις νερό ζωντανός.
Θα μας σώσει ο Υπεράνθρωπος
ο Χίτλερ ο Ανάνθρωπος
γιατ’ είμαστε παλιάνθρωποι,
ντεγκαντάνς υπάνθρωποι.
Σκοτώσαμ’ Τον της Παλιάς Διαθήκης,
και φέραμ’ Τον της Κενής Παρακαταθήκης,
τώρα ας φονεύσουμε κι Αυτόν
να ηγετέψει ένα Υπεράνθρωπο ον.

Θεολόγοι φιλόσοφοι,
κενολόγοι θυμόσοφοι·
στη ζωή δε γίνονται μεταλλάξεις
με μαλακία και με μαλάξεις.
Γιατί να δεχτώ τις επεξηγήσεις
τις άσκοπες περιπλανήσεις,
στις αφελείς αναζητήσεις
στις μισόλογες απαντήσεις;
Ο Νίτσε κείται στον Άδη νεκρός
κι ο Θεός είν’ ακόμα ζωντανός:
Στων χριστιανών τ’ αόμματα,
στων μουσουλμάνων τα σώματα,
στων Σιωνιστών τα θύματα.
Για το Θεό, τόσα εγκλήματα.

Με λέτε να μαζεύω εμπειρίες,
να περνώ καλά κι αλλάργα από πορείες,
όταν, στις τσέπες έχω αφραγγίες,
στα σκέλια μου έχω αγαμίες,
δουλειά δεν έχω. Εφαψίες!
Προτιμώ να παραμείνω ένας βλαξ
π’ ακολουθεί κατά πόδας το Μαρξ,
ν’ αποζητώ ψωμί και τριαντάφυλλα
να μη φουμάρω δίφυλλα και τρίφυλλα.

Τραγούδα γλυκέ μου Κίτσε·
δώθε και μπρος μόνο καρότο και δυόσμο
γιατί Γιάλομ, «όταν έκλαψε ο Νίτσε»
ήταν πολύ αργά για τον κόσμο.

Ε. Κ. ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ.

ΑΓΡΙΟΣΤΑΦΥΛΟ

Λαλαγγίτα αχνιστή
μόλις βγήκες απ’ τό σάζι
σ’ αλείφω βούτυρο με μέλι
στάζουν οι πόθοι και τα πάθη.
Δέ με περίμενες
χρόνος για αγάπες δεν περίσσευε·
αδήμονη λαχτάρα το κορμί σου.
Δε με περίμενες·
εσάστισες
και στο φιλί μου παραδίνεσαι.
Μελωμένα χείλη
κι η βελουδένια γλώσσα σου δεν έχει τελειωμό
ακόμα μου ταράζει το μυαλό.
Αγριοστάφυλο οι ρώγες σου
διαστέλονται σκληρά στον ουρανίσκο
χυμούς το στόμα ξεχειλίζει
γεύσεις ηδονικές και αξεπέραστα οργασμικές.
Φουσκώνει το ποτάμι
μα με καλούν τ ‘ αγριοστάφυλα στις όχθες του·
σ ‘ αυτό τον πειρασμό είμαι μικρός ν’ αντισταθώ.
Χυτό κορμί στο βάθρο του
– τό ‘χει σμιλέψει η ηδονή –
δονείται αρμονικά
και τ’ άγγιγμά μου χαλινάρι του
μέχρι να φτάσω εκεί
που πρώτη φορά ειχα πλησιάσει
κάποια Μεγάλη της Παρασκευή,
όταν ο πόθος νίκησε
την πιο μεγάλη μου αναστολή
κι έκτοτε πάντοτε και πάντα
σα μεθυσμένος υποκλίνεται,
σε κάθε σου ηδονική στιγμή.

Ε. Κ. ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ.

Α Γ Ρ Ι Ο Σ Τ Α Φ Υ Λ Ο

» ΑΓΡΙΟΣΤΑΦΥΛΟ »

Λαλαγγίτα αχνιστή
μόλις βγήκες απ’ τό σάζι
σ’ αλείφω βούτυρο με μέλι
στάζουν οι πόθοι και τα πάθη.

Δέ με περίμενες
χρόνος για αγάπες δεν περίσσευε·
αδήμονη λαχτάρα το κορμί σου.
Δε με περίμενες·
εσάστισες
και στο φιλί μου παραδίνεσαι.

Μελωμένα χείλη
κι η βελουδένια γλώσσα σου δεν έχει τελειωμό
ακόμα μου ταράζει το μυαλό.
Αγριοστάφυλο οι ρώγες σου
διαστέλονται σκληρά στον ουρανίσκο
χυμούς το στόμα ξεχειλίζει
γεύσεις ηδονικές και αξεπέραστα οργασμικές.
Φουσκώνει το ποτάμι
μα με καλούν τ ‘ αγριοστάφυλα στις όχθες του·
σ ‘ αυτό τον πειρασμό είμαι μικρός ν’ αντισταθώ.

Χυτό κορμί στο βάθρο του
– τό ‘χει σμιλέψει η ηδονή –
δονείται αρμονικά
και τ’ άγγιγμά μου χαλινάρι του
μέχρι να φτάσω εκεί
που πρώτη φορά ειχα πλησιάσει
κάποια Μεγάλη της Παρασκευή,
όταν ο πόθος νίκησε
την πιο μεγάλη μου αναστολή
κι έκτοτε πάντοτε και πάντα
σα μεθυσμένος υποκλίνεται,
σε κάθε σου ηδονική στιγμή.

Ε. Κ. ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ.

ΟΙ ΧΥΔΑΙΟΙ

» ΟΙ ΧΥΔΑΙΟΙ »

Όμορφη πόλη
ομοιοφοβική
σπέρμα λουσμένη και ιδρώτα
και αίμα· πολύ αίμα· μαζοχυστικό.
Όργια ρωμαίικα
πάθος
έξαψη
παρελάσεις ψαριανών και χειμωνάδων,
σάλπιγγες προπορευόμενες ηχούν
προστάτες εκρήγνυνται παταγωδώς
κώλοι πυρρωμένοι και φαλλοί πρησμένοι
όρχεις βαρείς κι ασήκωτοι,
χαμηλά το κέντρον βάρους.
Οι χυδαίοι κυβερνούν αυτή την πόλη.
Σιχάθηκά σας σιχαμένοι!

Ε. Κ. ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ.

» Δ Α Μ Ο Κ Λ Ε Ι Ο Σ «

Άδικος κόπος Διονύσιε.
Ετούτο το σπαθί ήταν εκεί
προτού το θρόνο αναρριχηθείς
κι αν μάτια είχες να το δεις
δέ θά ‘σουν τύραννος αλλά ηγέτης
ή στο κατώτερον θα ήσουν ποιητής.
Κι αν όπως λές φοβάσαι,
παραιτήσου
την εξουσία αρνήσου.
Η θέση αυτή,
-δημεύσεις οικιών
γλοιώδεις κόλακες
χαρέμια και χορεύτριες
πλούσια τα ελέη του Άσωτου Θεού-
πολιτικά κενή και επηρμένη.

Κι αντί να διηγείσαι μύθους
ή να καλεί τον Πλάτωνα
η ευγονική του Πολιτεία
-άραγε πόσα τάλαντα αυτή σου η ματαιοδοξία;-
πρόσεχε το Φιλόξενο καθώς βαδίζει προς τα λατομεία.
Αυτός κρατάει το σπαθί του Δαμοκλή.

Ε Κ ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ