ΚΟΡΙΤΣΙ ΜΕ ΤΑ ΦΛΟΓΙΣΜΕΝΑ ΜΑΤΙΑ

«ΚΟΡΙΤΣΙ ΜΕ ΤΑ ΦΛΟΓΙΣΜΕΝΑ ΜΑΤΙΑ»

 

Κορίτσι με τα φλογισμένα μάτια

με το μειλίχιο χαμόγελο

και την ανέγγιχτη καρδούλα

στάχτη ο έρωτας στα μάτια σου

ο πόθος καρυδότσουφλο των λογισμών 

και το απέραντο ταξίδι στο κορμί σου

είναι για τρένα που δε θα σφυρίξουν πια.

 

Κορίτσι φοβισμένο σπουργιτάκι

τα όνειρά σου χάθηκαν στο χλοερό των γερακιών

δε βρέθηκ’ ένας έρωτας να λαμπαδιάσει την καρδιά σου

ενας θεός να πλανευτεί στα σταχτογάλαζά σου μάτια

μικρός θεός να περπατήσει στο κορμί σου

και ν’ ανιχνεύσει όσα μύρια της αφής σου

στην απανεμιά των λόγων να κρυφτεί

στο φως των γκριζογάλαζων υφάλων

στ’ απάγγειο των σπουδαίων της ψυχής σου.

 

Ω χαίρε 

κορίτσι με τα λεπτεπίλεπτα χεράκια

με τα λυτά κατάμαυρα μαλλιά

με τη λιτή κι απέριττη μορφή σου.

Ω χαίρε σπλάχνο των νεφών του ουρανού.

Ω χαίρε λάβδανο των στεναγμών και των ονείρων.

Χαίρε ανήκουστη βουή πολυταξιδεμένων ήχων.

 

Σε χαιρετώ κορίτσι με τα φλογισμένα μάτια

πόσο αντέχω να σταθώ μπροστά σου

χωρίς να γίνω πυρκαγιά και να καώ σα σπίρτο

λαμπαδιαμένη θημωνιά στον κάμπο να γενώ

και τα ποτάμια στέρεψαν σώθηκαν τα πηγάδια.

Οι πόθοι ολομόναχοι, τα όνειρα σκορπίσαν

και όλα χάθηκαν κορίτσι μου,

στάχτη εγίνανε στις φλόγες των ματιών σου.

 

Ε Κ ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ

Advertisements

Ω ΤΙ ΝΤΡΟΠΗ ΔΗΜΟΣΘΕΝΕΣ!

«Ω ΤΙ ΝΤΡΟΠΗ ΔΗΜΟΣΘΕΝΕΣ!»

 

Φίλιππος ο Β’, Αλέξανδρος Φιλίππου , 

αιώνες πάλευαν οι Μακεδόνες 

το Δημοσθένη και τους Λακεδαίμονες να πείσουν, 

Ισοέλληνες πως είναι κι όχι όλεθροι. 

Τί τάματα 

τι αγάλματα 

χρυσάφι 

αναθήματα 

τί του Άρπαλου λαδώματα, 

ανένδοτος ο Δημοσθένης. 

Τί νά ‘χουν σχέση αυτοί με τον πολιτισμό την τέχνη 

της Αθηνάς το λαμπερό ναό, 

τη γκλάβα του Σωκράτη και τη ντροπή του Μητροκλή 

την αντρειοσύνη των Σπαρτιατών,

αυτοί που μόνον ήξεραν πώς να τρυπούν λοξά με σάρισες τα σώματα 

και πώς να σφάζουν γόρδιους δεσμούς κι όλος να στάζει αίματα ο κόσμος; 

Ένα «αν» εχώριζε τους Έλληνες από τους Μακεδόνες. 

Με τούτο τον καημό εξαφανίστηκαν: 

Αν ήταν Ελληνες.

 

Και πέρασαν τα χρόνια

ο τόπος ίδιος έμεινε 

ήλθαν και παρήλθαν πληθυσμοί, 

ζήτωσαν οι Νεοέλληνες!

Οι Νεοέλληνες.

Ενας λαός που δεν τον γέννησε η τέχνη 

μήτε και ο πολιτισμός 

αφού το δίχως άλλο 

έναν αιώνα τώρα πασχίζει ν’ αποδείξει 

πως είναι Μακεδών.

 

Ω τί ντροπή Δημόσθενες!

 

Ε Κ ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ

Ζωή είναι, μαγεία.

ΖΩΗ ΕΙΝΑΙ, ΜΑΓΕΙΑ.

 

Ζηλεύουμε αυτούς που θέλουμε να μοιάσουμε 

γιατί έζησαν ή ζουν οτι δεν ζήσαμε.

Οι πρώτοι ρόλοι είναι ωραίοι,

είναι οι ρόλοι που δεν παίξαμε.

Ειναι το άγνωστο που κρύβει μαγεία

κι όταν το ζήσεις πεθαίνει.

 

Όμως ποτέ δε θα πεθάνει η μαγεία στη ζωή σου

γιατί πάντα θα ονειρεύεσαι το άγνωστο που την κρύβει.

 

Ε Κ ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ

ΤΟ ΑΝΘΟΔΟΧΕΙΟ

ΤΟ ΑΝΘΟΔΟΧΕΙΟ

 

Τα όνειρά σου είναι μπροστά,

είν’ η ζωή που σου ανοίγεται

σ’ αυτό τον ανθισμένο κάμπο.

Εσύ διαλέγεις τα λουλούδια

για το βάζο της ζωής σου

κι εύχομαι να είναι μαργαρίτες

παπαρούνες και ζουμπούλια,

στάσου μακριά από τις ανεμώνες.

 

Τα δικά μου πια δε γίνονται ζωή

και όνειρα θα μείνουν.

Άλλα κεριά ο δρόμος μου δεν έχει

και τα υπόλοιπα έχουν λιώσει

τόσα χρόνια στην αναμονή.

Το βάζο μου, έχει απο καιρό στεγνώσει.

 

Ε Κ ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ

ΚΟΥΦΙΟΣ ΧΡΟΝΟΣ

ΚΟΥΦΙΟΣ ΧΡΟΝΟΣ

 

Οπτασία στο φως της αστραπής 

πανέμορφη στο φως του φεγγαριού 

όραμα στο φως του ήλιου.

Το χιόνι στο βουνό

ο δρόμος άδειος, γλιστερός.

Ο δείκτης άναψε,

στηρίζομαι σε κούφιο αέρα.

Ξυρίζει ο βοριάς, κρυώνεις

και αν σου πω δυο λέξεις

ειν αρκετές να ζεσταθείς. 

Σβησμένο τζάκι. 

Ποιός να τ’ ανάψει. 

Η φαντασία 

τ’ όνειρο, 

ή κάποια πέννα μουσική

να γράψει στα φύλλα της καρδιάς σου

δυο νότες μόνο.

Ο κόσμος όλος 

η ζωή

το νόημά της 

δυο λέξεις,

πού ‘ν’ αρκετές και ικανές συνάμα 

να σ’ αγκαλιάσουν στο χιονιά

όταν έξω τουρτουρίζεις

ή όταν περιμένεις το μπαμπάκα σου το τζάκι να ανάψει.

Δυο λέξεις,

μα είμαι τόσο μακριά στο χρόνο

και δε μπορώ να ρθω κοντά σου 

να σου το ψιθυρισω 

και να το ζωγραφίσω στην καρδια σου

να μην ποτέ ξανακρυώσεις:

 

Ε Κ ΓΙΑΝΝΕΛΚΗ

ΤΟ ΚΑΤΩ ΔΩΜΑΤΙΟ

ΤΟ ΚΑΤΩ ΔΩΜΑΤΙΟ

 

Η αρχή είναι το ήμισυ 

αλλά το άλλο ήμισυ, δύσκολο να τό ‘βρεις.

Τ’ ακούς πως έρχεται, 

ένα σκίρτημα που νιώθεις 

μιαν απρόσμενη λαχτάρα. 

Πάντα έτσι έρχεται, σαν όνειρο.

Κι είσαι μισός χωρίς το άλλο σου μισό, 

έτσι εγεννήθηκες:

Νά ‘σαι μισός 

και μια ζωή να περιμένεις το άλλο σου μισό,

χωρίς ουδέποτε να καταλάβεις 

αν αυτό που έρχεται 

είναι εκείνο το μισό που χρόνους επερίμενες. 

Κι έτσι θα ζήσεις.

Μισός με τ’ άλλο σου μισό

αδιαφορώντας επιδεικτικά

και περιπαικτικά ενίοτε

αν το άλλο σου μισό

ήταν εκμαγείο του εαυτού σου

ή κάτι επίπλαστο που λείανε

τις ατέλειες του βίου σου.

 

Ε Κ ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ

Ο ΚΑΦΕΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΗΠΙΑΜΕ

Στο χιονισμένο μου μπαλκόνι

στο τζάκι τ’ αναμμένο

στους παγωμένους δρόμους

στα νεκρά καφενεία 

ολάκερη ζωή μία εικόνα

μια ιστορία

χιλιάδες λέξεις.

Ήταν εκείνος ο καφές που δεν ήπιαμε ποτέ. 

Παγωμένοι δρόμοι πώς να ‘ρθείς

η νύχτα παγερή κι αυτή

παγερό το φως των αστεριών. 

Μπαλκόνι παγωμένο πώς ν αφήσω τόση ζεστασιά στο τζάκι. 

Τα καφενεία,

άλλων καιρών που πέρασαν, 

έχουν πεθάνει. 

Θα ήταν όμορφα να πιούμε εκείνο τον καφέ

που αν κάποτε τον πιούμε

εγώ θα είμαι παγωμένος

και συ θα τον πίνεις μοναχή και δακρυσμένη

στη ζεστασιά ενός κάποιου καφενείου,

μετανοιωμένη για κείνο τον καφέ 

που ποτέ μας δεν ήπιαμε.

 

Ε Κ ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ