ΡΩΤΑΝΕ ΤΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ;

ΡΩΤΑΝΕ ΤΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ;

Μέτρησα πολλούς σταθμούς σ’ αυτό το μονοπάτι. 

Εσύ, στο τέρμα της διαδρομής.

Μου έλειπε η ρώμη να «σκοτώσω» τους μνηστήρες.

Σε πόθησα μα ντράπηκα και δε στο είπα. 

Γενικά στη ζωή είναι κάποιοι άνθρωποι που δεν αγγίζουν τα λουλούδια• φοβόμαστε μη μαραθούν. 

Κι έρχονται χέρια ξένα, 

τα μαδάνε

απολαμβάνουν την ομορφιά τους. 

Αυτός ο φόβος, αυτός ο μεγαλοϊδεατισμός, αυτή η δειλία.

Έχουμε να πάμε Σούνιο, 

έχουμε να πάμε Δασκαλειό, 

στη λίμνη για ομελέτα, 

στα πλατάνια του Βαρνάβα και σε άλλα μέρη έχουμε να πάμε• στα όνειρά μας.

Δεν ήθελα απ’ το χρόνο σου, απ’ τον ελεύθερό σου χρόνο ήθελα. 

Ήθελα• εκείνο το λουλούδι που δεν άγγιξα ποτέ. Και δεν το ρώτησα.

ΙΣΜΑΡΟΣ

Μέτρα και σώπα

«Μέτρα και σώπα»

Μέτρα νεκρούς στο Μάτι.

Μέτρα νεκρούς στις ΜΕΘ.

Μέτρα συγκεντρώσεις, μέτρα διαδηλώσεις και γενικά,

μέτρα μποτίλιες αίμα 

και πιάτα κόκαλα 

-πρώτα και δεύτερα και τρίτα-

με ατιμίας γέμιση σερβιρισμένα.

Μέτρα καταληψίες, 

μέτρα τανκς 

μέτρα χρέη 

και στο τέλος τέλος 

μιας και τόσο καλά έμαθες να μετράς,

μέτρα και τα δυο μέτρα γης που θα σε χώσουνε πουτάνας γιε  

με σάβανο τα κουρέλια.

Κι όταν τελειώσετε το μέτρημα αιμοδιψή τρολάκια

ακούστε την τρομπέτα και σωπάστε•

κι αφουγγραστείτε τη σιωπή για ν’ ακουστούν οι άνθρωποι.

ΙΣΜΑΡΟΣ

Φαιδρός

«Φαιδρός»

-Εσείς φαιδρέ πρωθυπουργέ για όλ’ αυτά τί λέτε;

-Α ναι, εγώ. Εγώ, εσπούδασα στο Χάρβαρντ.

– Τί λες μωρή μαϊμού πως σπούδασες στο Χάρβαρντ; 

Το βλογιοκομένο Λιγδιάδη 

και τον άλλον τον παιδέρα Νίκο Βοργιάδη

εγώ τους έφερα στην αγορά 

στους Αέρηδες της Πλάκας να μπανίζουν αγοράκια ;

-Ασπάζομαι τις λέξεις σου Αριστοφάνη

μηδέ σε θέατρο και σε σανίδι,

μα μία προς μία ως ξεστόμισες στα άδυτα των συμποσίων:

«Και όταν γίνουν άντρες στην παιδεραστία επιδίδονται

στην αγορά αναζητούν το άλλο τους μισό

καλοτυχίζοντας τον Παυσανία

τα κάλλη του Αγάθωνα ποθώντας».

Έχω γυναίκα και παιδιά Αριστοφάνη

και μή μπορώντας,

σε πάω γαμιώντας 

και περπατώντας.

Και στο εξής Αριστοφάνη,

το Χαϊκάλη θα το φωνάζεις Παύλο

και το σκηνοθέτη, Γνωστό.

Ε Κ ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ

ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ

ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ

Απαντήσεις υπό αίρεση, 

θάρρος μηδέν.

Το θράσος περισσεύει σαν αθετείς το λόγο σου.

Οποίον έζησες και δε βολεύει διαγράφεις, 

κενό στη θέση του ή ένας μύθος. 

Η ζωή σου μπαλωμένη κουρελού γεμάτη τρύπες•

δε σε τρομάζει ο θόρυβος των τρωκτικών;

Μου γράφεις πως μοιράζεσαι τα όνειρα

ενώ μοιράζεις τη ζωή σου στα όνειρα των άλλων,

συ που στερείς τον εαυτό σου από τ’ όνειρο

κι όλο δανείζεσαι από τράπεζες ονείρων.

Τόσον αγώνα, 

στερήσεις δάκρυα ανατροπές 

ξόδεψες τη νιότη σου να πάρεις το χαρτί 

κι ακόμα να πατάς στο ίδιο μετέωρο σκαλί;

Και όλ’ αυτά γιατί;

Ξέρεις γιατί;

Γιατί δεν έμαθες ποτέ σου να μοιράζεσαι

-και ποιός να σου το μάθει στο Κατηχητικό που πήγαινες;-

και το αυτό να απαιτείς από τους άλλους.

Ε Κ ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ

ΣΑΡΑΒΑΛΑΚΙ ΜΟΥ

ΣΑΡΑΒΑΛΑΚΙ ΜΟΥ

Είπα να ξαναρθώ

το χάλκινο καντήλι σου ν’ ανάψω,

αρχαία σκουριά.

Πήρα τον ίδιο δρόμο.

Πρώτο φανάρι δεξιά

τσακίζω το χειρόφρενο. 

Την πρώτη το καρμπυρατέρ.

Χωρίς εσένα πουθενά,

σαραβαλάκι μου.

Οιωνοί, νύν και αεί. Οιονεί.

Ωδίνες για κάτι που υπέροχο θα γεννηθεί

ή μήπως μάθημα ζωής, φθορά του χρόνου;

Δεν είμαι ‘γω προληπτικός 

και δυστυχώς ή ευτυχώς, 

ο άνθρωπος δεν παίρνει σέρβις• είναι μια κι έξω.

Γνησίως ανταλλακτικά, 

μόνον ο Πλάστης• κι Αυτός, δεν δίδει. 

Ούτε σε προσευχές ενδίδει.

Δεν ήταν λάθος κίνηση να έρθω να σε βρω 

αλλά το βήμα μου το δεύτερο, μετέωρο.

Μά τώ Θεώ. Δεν παίρνω σέρβις.

Και αν ακόμα,

την τύχη αυτή την είχα

-να παίρνω σέρβις-

καιρός που έχω βγει 

απ’ την πολύχρονη εγγύηση.

Ε Κ ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ

Ο ΧΡΟΝΟΣ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΠΕΠΕΡΑΣΜΕΝΟΣ

Ο ΧΡΟΝΟΣ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΠΕΠΕΡΑΣΜΕΝΟΣ

Το παραθύρι σου άνοιξα.  

Στην αστρόεσσα νύχτα, νεφέλωμα φωτεινό . 

Του Ωρίωνα πίστεψα, τυφλώθηκα. 

Κομήτης ήταν και χάθηκε.

Ξαναβρήκα το φως μα τ’ όνειρο έσβησε.

Ο κομήτης θα ξαναρθεί. 

Πότε θα ξαναρθείς ένα βράδυ στην αγκαλιά μου; 

Ο χρόνος μου είναι πεπερασμένος.

Ακόμα σ’ αγαπώ

κι αυτή η φωτιά καίει το χρόνο. Δεν τελειώνει.

Σε θέλω.

Σε θέλω όπως το μωρό το βυζί της μάνας του, 

ακόμα σ’ αγαπώ•

και δεν το διαπραγματεύομαι ούτε με το Θεό.

Ο χρόνος μου είναι πεπερασμένος.

Ε Κ ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ

Ο ΓΙΟΣ ΤΟΥ ΕΦΙΑΛΤΗ

Ο ΓΙΟΣ ΤΟΥ ΕΦΙΑΛΤΗ

Φόρεσες τις κολώνιες σου

κι όλα τα πατσουλί σου

γαμπρός εντύθηκες στην εκκλησιά του δήμου.

Τόνοι θυμιάματα

πολύ λιβάνι,

μα πώς να κρυφτεί

η δυσωδία π’ αναδύει ο έκλυτός σου βίος;

Ρεύεσαι και πότε ζήμενς,

πότε ρουμάνικο πετρέλαιο

και άλλοτε νοβάρτις

τα χνώτα σου μυρίζουν υιέ του Εφιάλτη!

Ώχ αδερφέ Σηναίλοιννα

η ιστορία σου ποτέ δεν παρεκκλίνει

από τους νόμους π’ όρισε

αρχαία μήτρα κυνική, εφιαλτόεσσα.

Δύο οι Εφιάλτες

που κατατρέχουν την πατρίδα σου:

Ο Ευρυδήμου των Θερμοπυλών

κι ο Αθηναίος του της δημοκρατίας Άστεως.

Ξανάρχεται ο οίκος Ευρυδήμου,

μα μήν ξεχνάς παχύσβερκε μικρέ

κοινή η μοίρα των εφιαλτών.

Σκοτωμένοι καί οι δυο·

ο πρώτος ύστερ’ από δίκη

κι ο δεύτερος με δόλο.

Το δεύτερο ως ήρωα τιμούμε,

τον οίκο Ευρυδήμου

στο ανάθεμα.

Ε Κ ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ

ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟ ΕΙΧΕ

ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟ ΕΙΧΕ

 

Ο ένας ήταν άσημος 

που όταν εγεννήθηκε χαρήκαν οι γονείς του 

άντε και κάτι θείοι. 

Από σπουδές, αυτό που συνηθίζεται.  

 

Ο άλλος όμως, από τρανή γενιά. Γενιά Πεισιστρατίδων. Έγραψεν ο τύπος. 

Κι από σπουδές, καλές. Ιδρύματα εις την αλλοδαπήν. Μάτσο τα διπλώματα.

 

Τα ξίφη τους διασταυρώθηκαν τυχαία εις την Πνύκα:

– Γιατί τον διορίσατε και μάλιστα διοικητή, 

εφόσον δεν πληροί τα τυπικά προσόντα;

Όσο να πεις, τόσα πτυχία έχει 

από πανεπιστήμια περιωπής 

κάτι καλό θα βρει να πει. 

(Δεν ήταν δα και δύσκολη ερώτηση,

δεν ήταν απ’ αυτές «τον κόλλησε στον τοίχο»;)

Και είπε τί; 

– Στους τύπους θα κολλάμε τώρα; Εγώ  εσπούδασα στο Χάρβαρντ.

 

Γιατί εσπούδασε, κανείς ποτέ δεν έμαθε. 

Για πρώτος υπουργός, δε χρειαζότανε. Το όνομα το είχε.

 

Ε Κ ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ

Η ΜΑΤΑΙΟΔΟΞΙΑ ΤΟΥ ΜΑΡΔΟΝΙΟΥ

«Η ΜΑΤΑΙΟΔΟΞΙΑ ΤΟΥ ΜΑΡΔΟΝΙΟΥ»

Παπαί Μαρδόνιε;

Τόσα σφαγμένα παλληκάρια

χάθηκαν στο δρόμο προς τη δόξα,

παιδιά ορφανά

μάνες ασπίλωτες

γέροι να θρηνούν πάνω σε κενοτάφια;

 

Κότινο των Γραικών

πρώτος ανδρείος να γενείς

ένας Πέρσης ευγενής

σε πεδία μάχης•

Όχι σε παλαίστρες και σταδίους.

 

Παπαί Μαρδόνιε;

Στο Δημάρατο ανάθεμα,

«είναι ανίκητος της Σπάρτης ο στρατός».

Κι ήταν εκείνη η στιγμή

μοναδική

τον Ασωπό αν διασχίσεις,

Όλυμπον αναβήσαι.

Θεός σε τρύπησε· το δόρυ του Αείμνηστου.

 

Σ’ έθαψαν με τιμές

και άς παλούκωσες την κεφαλή του Λεωνίδα.

Όμως Μαρδόνιε,

χίλια μύρια στάδια μακριά από τα Σούσα

να νιώσει το πετσί σου

αυτό που ο Δημάρατος προείπε;

Γιατί Μαρδόνιε;

 

Ε. Κ. ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ.

ΑΦΕΘΗΚΑ

ΑΦΕΘΗΚΑ

Το κάθε που αισθάνομαι 

δίνει το χρώμα του 

στο «Σ αγαπώ» που θα σου πω. 

Άλλοτε γκρίζο, 

γαλάζιο άλλοτε 

ήσυχο σαν τη γαληνεμένη θάλασσα, 

άλλοτε χρυσαφί 

σαν τον κυματισμό της στίπας 

όταν τη γλείφει ο άνεμος. 

 

Κι άλλοτε ναι, άλικο•

κόκκινο σαν της φωτιάς το κόκκινο

που καταλήγει στην πρώτη ηδονή 

τότε που πρωτοείπα σ’ αγαπώ•

κι αφέθηκα• δεν ξαναγύρισα.

 

Ε Κ ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ