Ο Καραγκιόζης, αντιπρόεδρος.

Τόσον καιρό βολεύεσαι σ’ ένα κουμάσι
ανάμεσα σε ψείρες, κόττες και κοκόρια
κι από ξημέρωμα σε θέατρο σκιών κομπάρσος·
σκιώδης τέτοια ζωή, τί να την κάνεις;
Στο πατσουλί χωμένος ως τον Αφτιά
τα βρώμικά σου χνώτα κουκουλώνεις
κι ύστερα να παίρνεις σβάρνα
τσαντίρια βόθρους και κανάλια
θυμίζοντας σε μας τους αδαείς
πως εθνικός μας ήρωας μα τώ θεώ
ακόμα παραμένει ο Καραγκιόζης!
Ε. Κ. Γιαννελάκης.

Advertisements

ΤΟ ΔΟΞΑΡΙ

“ ΤΟ ΔΟΞΑΡΙ “

Λάτρεψα την αγκαλιά σου
Λάτρεψα τα φιλιά σου
Λάτρεψα την ανάσα σου
Λάτρεψα τα γελαστά σου τα μάτια
Σε λάτρεψα.
Δέ λάθεψα.
Όταν λουφάζω στα στήθια σου
πυροφάνι τα μάτια σου
σα με φιλάς, σαν σε φιλώ.
Να με φυλάς, να σε φυλώ
φυλαχτό μου.

Σε λατρεύω·
ψηλά στο βουνό ο ναός σου,
μοσχοβολιά του δάσους
σε προσκυνώ
βράδυ πρωί και χαράματα.
Είσαι οι νότες που μυστικά τραγουδώ
αγάπη μου όμορφη,
ξεχειλίζεις
κάθε μέρα και περισσότερο
μέχρι ποτάμι να γίνεις
μα μη φοβάσαι· δε θα με παρασύρει.
Είσαι το λιθαράκι,
η σταγόνα που ξεχειλίζει το σταμνί της καρδιάς μου.

Το γέλιο σου
τα γελαστά σου μάτια
τα φιλιά σου
η αγκαλιά σου,
όλ’ αυτά
π’ αδήριτη ανάγκη έχω να υμνήσω,
άνοιξαν τους κρουνούς της ψυχής μου
κι άρχισαν ήδη να μαζεύονται τ’ αηδόνια
ν’ ακούσουν το τραγούδι της
να το ζηλέψουν,
να σε δουν
ν’ αγγίζεις με το δοξάρι σου
τις χορδές της ζωής μου.

Ε Κ ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ

ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ

» ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ »

Κίνησα κι όπου με βγάλει.
αλλιώς δεν ξεκινάει τίποτα.
Κι έλεγα πολλά και διάφορα
που τόπο δεν έπιασαν ποτέ.
Κι εγώ επέμενα:

“Είναι νωρίς, πολύ νωρίς
φραγμός στη λογική να μπει
προτού το “σ’αγαπώ” εκδηλωθεί.
Μη φοβάσαι·
άφησέ το κι ευάλωτη δεν είσαι”.

Κούρνιαζαν τα πουλιά,
ούρλιαζαν τα τσακάλια
και σώπαιναν οι λύκοι.
Κι εσύ;
Από τον ουρανό στη θάλασσα με πας·θαλασσοπούλι.
Κι από την αμμουδιά στα δάση, βότσαλο με πετάς.

Όσες μ’ αγάπησαν τ’ αρνήθηκαν.
Όσες με φίλησαν τ’ αρνήθηκαν.

Μάρτυράς μου τα ελάφια.
Μάρτυράς μου τα έλατα.
Μάρτυράς μου τα πεύκα.
Μάρτυράς μου εσύ που ποτέ δε με φίλησες.

Μάρτυράς μου ο άνεμος που με πήρε και με σήκωσε.

Ε. Κ. ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ.

ΘΥΜΑΜΑΙ

“ ΘΥΜΑΜΑΙ “

Θυμάμαι που πέρυσι σε βάφτισα Λουίζα.
Θυμάμαι και τα λουλούδια που φύτεψα στον καταρράχτη.
Μετά θυμήθηκα πως
το πιο όμορφο όνομα έναι αυτό σού ‘δωσε η νονά σου:

Αξιοπρέπεια.
Θυμάμαι πώς περιέγραφες
το σπίτι και την αυλή που θά ήθελες να ζήσεις.
Θυμάμαι όσα μου είπες για τη Ζωγραφική.
Θυμάμαι και κείνη τη βραδιά με το φεγγάρι.
Κοίτα πόσα θυμάμαι για σένα χωρίς καν τ’ όνομά σου να ξέρω
και πως ποτέ δεν ξέχασα
πως όσα θυμάμαι από σένα ήθελα να στα πω!

Ε Κ ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ

Ζωή είναι, μύθος.

“ ΖΩΗ ΕΙΝΑΙ, ΜΥΘΟΣ.”

Σκέψη είναι ο μύθος που πλάθουμε.
Ουσία είναι όταν το ζήσουμε
κι οτιδήποτε,
πρίν γίνει ουσία
μια ουτοπία ήταν.

Αυτά τα μάτια τα προσέχουν.
Καυτά τα χείλη, δεν τ αφήνουν να διψάσουν.
Δεν τα κυνηγούν, τα διεκδικούν.
Όταν διεκδικείς, ανακαλύπτεις.
Ότι κυνηγάς πεθαίνει σε μια βραδυά.
Δεν είν’ ο εφιάλτης που κουλουριάζεται στα όνειρά μας·
η εικόνα της είναι, που μιλά:

-Χάιδεψε.
Πλησίασε.
Φίλησε.

Ε Κ ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ

ΣΤΟ ΠΑΡΚΟ ΤΗΣ ΚΟΜΟΤΗΝΗΣ

Θα δεις
ένα πεντάμετρο σπαθί
στους αιώνες να βυθίζεται·
εύκολα θα με βρεις
όπως κατεβαίνεις ψηλά απ’ τή Ροδόπη,
στο πάρκο της Κομοτηνής.

Κοίτα τα μάτια των παιδιών
καθώς σπρώχνουν τα πατίνια,
ζερβά σου οι κούνιες·
δες με πως πετάγομαι
σπώντας τη βαρύτητα,
εκεί θα με βρεις.

Θροίζουν καλάμια και σφενδάμια
μουρμουρίζουν τα νερά της μικρολίμνης
μ’ ακούς που σιγοτραγουδώ;
για σένα είναι.

Είδες αυτό τον κούκο που λούζει τα φτερά του,
την κοπελλιά με τη μαντήλα
ντροπαλά να πίνει τον καφέ της;
Εκεί θα με βρείς.

Δες αυτή την καρυάτιδα·
χάδι ο κώτσος των μαλλιών της
δίσκο κρατεί στο χέρι, σε μένα θα ρθεί,
ακολούθα την και θα με βρείς
στο πάρκο της Κομοτηνής
κι αν ακόμα δέ με βρήκες,
ποτέ σου δε θα με βρείς.

Ε Κ ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ

“ ΦΟΒΟΣ ΚΑΙ ΠΕΝΘΟΣ “

Μιλάς θαρρείς και πέρασαν αιώνες.
Σαράκι που σε τρώει η νοσταλγία.
Τί νόημα έχει για ότι πέρασε αφού δε θα ξανάρθει;
Τί περιμένεις πλάι στ’αντίσκηνο να κλαις,
ν’αναστενάζεις;

Τράβα στη θάλασσα και πέσε τα στον άνεμο,
ν’αδειάσεις απ’ αυτό που τόσο βασανίζεσαι.
Ή και ακόμα,
χάραξέ το στην άμμο την υγρή
κι άσε το κύμα
σαν το μαντήλι να σκουπίσει το δάκρυ που ζωγράφισες.
Όλοι φοβούνται να τ’αγγίξουν.
Όλοι φοβούνται να σ’ αγγίξουν.
Γιατί πενθείς;

Εγώ ειμαι δω·
να σ’αγαπώ.

Ε Κ ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ