Ο ΚΑΦΕΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΗΠΙΑΜΕ

Στο χιονισμένο μου μπαλκόνι

στο τζάκι τ’ αναμμένο

στους παγωμένους δρόμους

στα νεκρά καφενεία 

ολάκερη ζωή μία εικόνα

μια ιστορία

άπειρες λέξεις.

Ήταν εκείνος ο καφές που δεν ήπιαμε ποτέ. 

Παγωμένοι δρόμοι πώς να ‘ρθείς

η νύχτα παγερή κι αυτή

παγερό το φως των αστεριών. 

Μπαλκόνι παγωμένο πώς ν αφήσω τόση ζεστασιά στο τζάκι. 

Τα καφενεία,

άλλων καιρών που πέρασαν, 

έχουν πεθάνει. 

Θα ήταν όμορφα να πιούμε εκείνο τον καφέ

που αν κάποτε τον πιούμε

εγώ θα είμαι παγωμένος

και συ θα τον πίνεις μοναχή και δακρυσμένη

στη ζεστασιά ενός κάποιου καφενείου,

μετανοιωμένη για κείνο τον καφέ 

που ποτέ μας δεν ήπιαμε.

 

Ε Κ ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ

Advertisements

ΑΚΟΥ

ΑΚΟΥ

 

Στα υπόγεια κι ενδότερα 

στ’ άγρια στα ήμερα 

χαράματα και νύχτες 

από φωνές μακριά

τσιρίδες και σκληρίδες 

παρέα τα πουλιά 

το μπούφο να τσιμπάει το σύκο 

κι αυτά που έλειψαν 

τα δάκρυα τα κλάμματα, 

όλα όσα σου εστέρησαν

τα λάβρα λόγια της φαφούτας γριάς,

χόρτασε τώρα τα μυστικά του ερωτα. 

Τοίχοι ψυχροί 

κλειστά παραθυρόφυλλα 

ορθάνοιχτα παράθυρα 

βοές και αγκομαχητά 

και ουρλιαχτά πολλά 

ο λύκος που βρήκε το ταίρι του 

μέσα στο χιονιά 

και ζεστασιά 

στο τζάκι. 

Περνούν τα χρόνια και γερνάς

κι όλο μαδάς σα μαργαρίτα. 

Κι αναζητάς τη θαλπωρή 

πολυ μακριά,

χρόνια πολλά. 

Κι όσο γερνάς κι αναζητάς 

είναι π’ ακούς το σ’ αγαπώ

που τό ‘χες πλάι σου.

Ήσουν κουφός. 

Το βουλοκέρι ήτανε

π’ από μικρός 

κάποιος ιός,

ο θλιβερός 

σου έχτισε το τύμπανο. 

Για τις σειρήνες σου είπανε 

για όλα εκείνα τα κακά 

που θά ‘πρεπε να ξαποστείλεις. 

Και τό ‘βγαλες 

και ξεκουφάθηκες. 

Σειρήνες δεν υπήρξαν 

μόνον ο έρωτας 

που χρόνια σε ακολουθούσε 

σου μίλαγε 

σου φώναζε 

τον έβλεπες 

τον άγγιζες 

μα δεν τον άκουγες. 

Εγέρασες 

πολλά τα έχασες

η ακοή ακμαία. 

 

Άκου λοιπόν 

και μόνον άκου ανθρωπάκο.

 

Ε Κ ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ

ΟΙ ΑΤΣΑΛΑΚΩΤΟΙ

“ ΟΙ ΑΤΣΑΛΑΚΩΤΟΙ “

 

Εν αρχή ήν, ζιβάγκο.

Δέ χρειάζονταν σιδέρωμα, σ’ έπνιγε λιγάκι στο λαιμό,

σκλήριζες:

– Έξω τα Πάντα και οι πάντες απ’ τήν Ελλάδα!

Ήρθαν οι φρουροί του τρίτου δρόμου,

συνέτρωγαν ομού

μετά του Κοσκωτά,

– COSCO,πού να θυμάμαι τώρα; –

εις τό ξακουστόν επί Ταύρω μαγειρείον,

ονόματι Αυριανή.

Έ, πώς να ορκιστείς έτσι μπροστά στο μακαριώτατο;

τουλάχιστον ένα υποκάμισο λευκό θα μπορούσες να φορέσεις.

Εκπτώσεις!

Δέ σου πάει η γραβάτα ρε φίλε.

Και κείνο το μούσι·

ίσιαξέ το·

δώσε ένα σχήμα

μή λερώσει ο χαρτογιακάς,

κόντινέ το λιγάκι.

Εν πάση περιπτώσει, κάντο όπως ο Τσέ!

Βρε πόσο σου ταιριάζει το μοντγκόμερι!

Το Μινιόν γεμάτο· σε καλές τιμές.

Η γενιά της αλλαγής, φόρεσε το παλτώ της.

Βαρυχειμωνιά.

 

Εμείς;

Ά, εμείς.

Τα καμάρια του Μάρξ και του Λένιν!

Εντάξει ρε φίλε· μή βαράς·

του Λένιν και του Μάρξ.

Πάντα τσακωνόμασταν για το όνομα στη μαρκίζα.

Ποιά ιδεολογία ρε φίλε;

Ένα ταξί δέ μπορούσαμε να μοιράσουμε.

«Πρώτοι στα μαθήματα, πρώτοι στον αγώνα».

Για τα μαθήματα έχω μιαν αμφιβολία.

Τα ιδρύματα εσαεί τυπώνουν πτυχία με το ζύγι.

Για τον αγώνα δέ, τί να πώ;

Ξεμείναμε από προλετάριους.

Ήταν ανίκανοι βλέπεις,

να διακρίνουν τη διαφθορά της γραβάτας, χωρίς γραβάτα.

Άλλωστε οργανώνονταν ομαδικές Κοινωνίες,

ενίοτε οινοποσίες στα στέκια της εποχής:

Ομόνοια, Χαυτεία, Σύνταγμα, Χημείο,

«στ’ Αποστόλη το κουτούκι πήγα κι άκουσα μπουζούκι».

Ως επαναστάτες είχαμε μιαν αδυναμία στο κόκκινο· κρασί.

Και πάνω στη μέθη κατέφθασε η μέθεξη· του τείχους.

Κι ας εκάναμε φιλότιμες προσπάθειες να το αποτρέψωμεν

πίνοντες δημοσίως

γάλα πλούσιον εις στρόντιον,

επί τάς Ομονοίας.

 

Η φλόγα καίει μέσ’ στην καρδιά σου ακόμα.

Φαίνεται εξ άλλου στο ντύσιμό σου.

Συριζαίε επαναστάτη•

τόσα χρόνια δέ φόρεσες γραβάτα!

Η μόνη επαναστατική πράξη που έχεις να επιδείξεις.

 

Ε. Κ. ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ.

Η ΓΛΩΣΣΑ ΤΟΥ ΒΟΥΚΕΦΑΛΑ

» Η ΓΛΩΣΣΑ ΤΟΥ ΒΟΥΚΕΒΑΛΑ»

 

Ο Μεγαλέξανδρος ομίλει ελληνικά

– κι ο Διογένης οσονούπω –

μα το σπαθί του έσφαζε σ’ όλες τις γλώσσες.

 

Την Μακεδονικήν ομίλει ο Βουκεφάλας

ούτινος τα ώτα ελειτούργουν ως WIFI

η δε του αλογονουρά

σύνδεση μετά της Γαίας USB.

Είς ο Θεός, Μοναδικός με IOS.

Μοναδικέ πλανήτη Γή,

ο Γαλιλαίος κείται πεθαμένος

στον άλλο κόσμο, της Μεταφυσικής

εκεί που ξοβελίζεται η Επιστήμη

από τους άνθιμους,

τους άτιμους σκοταδιστές

τους άσημους της ιστορίας.

 

Γή των Μακεδόνων ξακουστή

όπου άπασαι και άπαντες

μιλούν την Μακεδονική

το λόγο των α-λόγων,

τη γλώσσα του Βουκεφάλα.

 

Ε Κ ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ

17 ΝΟΕΜΒΡΗ 403 Π.Χ.

17 ΝΟΕΜΒΡΗ 403 Π.Χ.

 

Κλεόκριτος ο μύστης τ’ όνομά μου

γνωστός των αρχηγών σας στα τόσα Ανθεστήρια.

Και δέ μιλώ σ’ αυτούς τους τρισκατάρατους

που κάποιους έφαγε το χώμα, τους χέζουν τα σκουλήκια·

σε σας μιλώ αδέρφια μας στρατιώτες!

 

Σε τόσες μάχες πλάι-πλάι·

εκεί στην Ιστιαία που γκομενίτσες καμακώναμε

ίδια σχολεία

δάσκαλοι ίδιοι

ιδανικά

όσια δημοκρατικά τα ίδια·

φίλους πολλούς κατευοδώσαμε στη Γερμανία, χάθηκαν·

αντάμα επουλώσαμε τις χαρακιές που άφησεν ο πόνος.

 

Και τί ζητάτε ωρέ μ’ αυτούς

που τόσους γερόντους ξέκαναν,

όλους αυτούς τους νέους που αιτήθηκαν παιδεία

και τόσους άλλους,

Ινδούς, Πακιστανούς που έπνιξαν στον Ασωπό

όντας υπακούοντες στις εντολές των Γότθων;

Εγώ ειμαι δω για να σας πω και να βροντοφωνάξω:

 

Αδέρφια μας στρατιώτες!

Αδέρφια μας στρατιώτες

τους άγδυτους νεκρούς σας κλαίμε·

αυτό το μίσος είν’ αδερφικό

δέν είναι ταξικό να πήγαινε στο διάλο!

Τί να χωρίσουμε ωρέ πάρεξ…τη χούντα μας;

 

Σε γνωρίζω από την όψη που με βία μετράει τη γη!

 

Ε. Κ. ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ.

ΤΑ ΖΑΠΠΕΙΑ

» ΤΑ ΖΑΠΠΕΙΑ »

 

Ήταν και κόσμος μαζεμένος,

ήταν και βουητό, διαπεραστικό.

Ήταν ο Διογένης που γκάζωνε τον πίθο του

και εις το Ζάππειο επάρκαρε

και όλοι σώπασαν τα λόγια του ν’ ακούσουν:

 

«Ώ τρόπος του λέγειν άνδρες,

ψευτόμαγκες συγχρωτισμένοι

σε μπουρδέλλα και μαντεία

αγύριστα ξοδεύοντας

και τα ρέστα,

χρησίμως να δωροδοκήσουν.

Κι ενώ ωρύεστε πως φταίει ο δανεισμός

γιατί τόση λαχτάρα

στις τράπεζες του Πόντου

ξανά για δανεικά;

 

Ταλαίπωρα μουλάρια,

όνοι όντες και γαϊδάροι,

νομίζετε τους εαυτούς σας

φορβάδες ιπποδρόμου.

Ναι μα τον Ήφαιστο

μα την καριόλα Αθηνά,

αν ήταν στον Πόντο πίσω να γυρίσω

πάλι αμεταμέλητα

παραχαράκτης θα γινόμουν».

 

Ε Κ ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ

ΜΕΝΙΠΠΟΣ ΚΑΙ ΜΠΡΑΔΕΡΣ ΑΕ

ΜΕΝΙΠΠΟΣ ΚΑΙ ΜΠΡΑΔΕΡΣ ΑΕ

 

Γεννήθηκες στα Γάδαρα

δούλος σ’ αφέντη Πόντιο, τρανό.

Σε είπαν Μένιππο

κι αφού τη λευτεριά σου εξαγόρασες

ίδρυσες τράπεζα Θηβαϊκή

«Μένιππος και μπράδερς ΑΕ».

Κι όταν επτώχευσες

σε φώτισ’ ο φανός του Διογένη

μα το χούι σου δεν άλλαξε.

Το Χάροντα ξεγέλασες

«πάρ’ τ’ αρχίδια μου» τον είπες στο τέλος της βαρκάδας.

Τέτοια γαϊδούρια πάντα έβγαζαν τα Γάδαρα.

 

Ο Χάρος πιάστηκε αδιάβαστος μα,

ποιός ίδια να πει για τους λαούς

που μένιππους και άλλους τοκογλύφους

κωπηλατώντας μεταφέρουν

στην αντιπέρα του Αχέρωντα

το ταμάχι τους να ηρεμήσει;

 

Λαοί καταραμένοι,

σταματήστε την περιφορά των πεθαμένων!

Θάψτε τους.

 

Ε Κ ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ