ΑΝΩΦΕΛΗΣ ΚΩΝΩΨ

» ΑΝΩΦΕΛΗΣ ΚΩΝΩΨ »

 

Μωρό ήμουν και θήλαζα

και σύ όι μάνα μ’ τί ντροπή,

μια κουνουπιέρα στην κούνια μου δεν άπλωνες,

σ’ αυτή την καλαμένια πού ‘πλεξαν οι γύφτοι,

ο Μπίθρος κι η παρέα του.

Κι ήταν γεμάτο μου το σώμα

δήγματα κουνουπιών.

Τόσοι μαυριδεροί,

σε μένα έρχονταν;

Σε μένα τον ασπρή;

Δέ με λυπούνταν.

Ακούς εκεί;

 

Μεγάλωσα και θέριεψα στους βάλτους.

Κάπου το είχα ξαναδεί:

«Η κάθοδος των μυρίων Κωνώπων»,

και δώστου μια νυχτιά τ’ Αυγούστου

εβρήκα τον Ανωφελή.

 

-Ω Ανώφελες!

Τί δάκνεις το γύφτο το Μαυρή

κι όχι εμέ τον Αφελή;

 

-Έι πατριώτη Αίλοιννα!

Θέρμες, σπαζοκεφαλιές,

χρόνια πολλά ειδα την καζάντια σου.

Σκούριασε ωρέ το αίμα σου, μπλεδίζει.

Για το Θεμιστοκλή όλο ιστορείς, για τον Καραισκάκη.

Το μίσος και ο φόβος,

σού ‘δεσαν την ανάσα,

λιγόστεψε στο αίμα σου η ζωή.

Τί να σε κάμω τώρα ωρέ,

δίχως τροφή

τα παιδιά μου πώς να θρέψω;

Πώς να θεριέψουν τα πουλιά

ελεύθερα στο βάλτο να πετούν;

Κι αν ήμουν τέτοια λιχουδιά, τώρα κατάντια.

Δύσοσμα τα χνώτα μου, σήπεται η σάρκα.

Εγώ που ήμουν θεριακλής·

σπουργίτια, σπίνοι, σαύρες, βάτραχοι

εμένα λιγουρεύονταν!

Απόμεινα  μόνος κι έρμος, ο ανωφελής,

ψάχνων τη λύση για να βρώ

κι άκου πώς αναθάρρησε

το νιονιό μου το στραβό:

Είμαι από καλή γενιά· Ανωφελών κωνώπων.

Πεινώ για αίμα κόκκινο γεμάτο λευτερία.

Εσύ Γραικέ φιγουρατζή ζήσε με ψευδαισθήσεις.

Παντού γαλάζιος ουρανός κι η θάλασσα βαφή του.

Φεύγω να πάω στην Αφρική στη Μπαρμπαρία.

Εκεί θα πάω· να μεθύσω ελευθερία!

Κι εσύ ηλίθιε κιοτή,

μείνε με τους αρχαίους λίθους προσκεφάλι

την αρχαία σκουριά στο αίμα, στο κεφάλι.

Κι άν κάποιοι κάποτε με θυμηθούν

πές τους, τό όνομά μου:

 

Κώνωψ Ανωφελής.

Κοινωφελής.

Επωφελής

στους αφελείς

της οφειλής.

 

Ε Κ ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ

Advertisements

Η ΜΕΓΑΛΗ ΞΑΓΡΥΠΝΙΑ

» Η ΜΕΓΑΛΗ ΞΑΓΡΥΠΝΙΑ »

 

Να δεις, που χάθηκε το φεγγάρι

στα δίχτυα του ψαρομάλλη βαρκάρη.

Απόψε λάμπουν του σύμπαντος τ’ άστρα

μη μαγευτείς και χαθείς

στων Χανίων τα κάστρα.

 

Αν ήσουν τραγούδι

θα σ’ έλεγαν Παντομίμα.

Αν ήσουν πουλί

θα σε φώναζαν Καρδερίνα.

Αν ήσουν λουλούδι

θα σ’ έλεγαν Ανεμώνα.

 

Όσο τη νύχτα θα προχωράς,

στο γνέμα του ύπνου μή σταματάς,

αγάπες σε καρτερούν στα λιμάνια,

άγγελοι ψάλλουνε για σε στα ουράνια

χωρίς έγνοιες να ταξιδεύεις

των ονείρων τις ατραπούς να διαβαίνεις.

Δεν έχω κάτι να σου ζητήσω

το δρόμο σου όμως

μπορώ να φωτίσω.

 

Ατέλειωτο της ζωής μου νυχτέρι

φεγγοβόλο του Σείριου αστέρι,

τον πηγαιμό της αγάπης φωτίστε απόψε

τον ομφάλιο του ύπνου σκύψτε και κόψτε,

μη την ξεγελάσει ο μάγος Μορφέας

και την ξελογιάσει ο Αθηναίος Θησέας.

Θυμίστε της, να παραμείνει ξύπνια

στου Άη Γιώργη τη μεγάλη ξαγρύπνια.

 

Ε Κ ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ

ΑΜΟΙΡΗ ΨΥΧΗ

» ΑΜΟΙΡΗ ΨΥΧΗ »

 

Είσαι ένας θησαυρός

τόσο βαθειά στην ουτοπία του χωμένος

-οι θησαυροί δέ λάμπουν στα σκοτάδια-

αναδύθηκες στην επιφάνεια υπό το φως του ήλιου,

μα είναι τόση η σκουριά που δε γανώνεσαι.

 

Άμοιρη ψυχή που τόσα χρόνια άφηνες

το μέταλλό σου να σκουριάζει στα υπόγεια της ζωής σου,

ό,τι κι αν ήθελες ή νόμιζες πως ήθελες,

σε ρήμαξαν και σε λεηλάτησαν

η φιλαρέσκεια κι αφέλειά σου

όλα τα «κοριτσάρα μου» και «γκομενάρα μου»,

-το «κοριτσάκι μου» σ’ έπνιγε στο δάκρυ-

το κορμί σου άφησες σα λάφυρο να σεργιανίζουν

σε στράτες και σοκάκια του παγωμένου χρόνου.

 

Τώρα π’ ωρίμασες γυρνάς σα μαγεμένη

όλα εκείνα τα «σε αγαπώ», διαβάζοντας κι αναπολώντας

όσα σε φλούδες και παγκάκια χαράχτηκαν για σένα

μα ο δρόμος προς την ουτοπία που διάλεξες να πάρεις

είναι αδιέξοδος και πίσω δέ γυρνά·για σένα είν’ αργά.

 

Ε Κ ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ

ΕΝΝΙΑΜΙΣΗ ΒΔΟΜΑΔΕΣ ΤΟΥ ΔΙΑ

» ΕΝΙΑΜΙΣΗ ΒΔΟΜΑΔΕΣ ΤΟΥ ΔΙΑ »

 

Ντύθηκες βοσκός

-μέχρι και Σάτυρος αν ήταν σάρκα να γευτείς-

εννιάμιση βδομάδες βάτευες τη Μνημοσύνη

αφού τον καύκον έπιας, ένα ποτάμι λήθη.

Κι όταν την ηδονή εχόρτασες, βρέθηκες στην Ανάγκη

τον έρωτά σου να διαβείς έως τον επόμενο

«εκατό γυναικεία ονόματα» να γράψει το τεφτέρι σου.

 

Και μείς τί φταίμε Δία

οι κόρες σου να σημαδεύουν τις ψυχές μας;

Έδειξες το δρόμο· στα δυό μας χώρισες.

Άλλους

ν ακολουθούν το μονοπάτι που εχάραξες

κι άλλους

οι Μούσες σου μας βασανίζουν.

 

Ε Κ ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ

ΣΚΙΑ ΠΕΡΙΦΕΡΟΥΣΑ

«Σκιά περιφέρουσα»

 

Μορφή παραπαίουσα·

κόμη μου κλαίουσα·

καρδιά παραφέρουσα,

σκιά περιφέρουσα.

 

Δεν είμαι οινοπότης,

είμαι του βάλτου ιππότης.

Είμαι ένας Θρακιώτης

της βλακείας στρατιώτης

της ποίησης θιασώτης.

 

Εχω παντού μόνο φίλους

μα κάνω παρέα με ψύλλους

βατράχια και σκύλους.

Στου μπάρμπα-Στέργιου τους μύλους,

αλέθω φαιά ουσία

και πλάθω μαλακία.

 

Με μισώ ειν’ αλήθεια

γιατί ζω με παραμύθια

ψάλλοντας επιμύθια

στην Ερατώ την ηλίθια.

 

Ε. Κ. Γιαννελάκης.

ΑΕΙ ΧΑΣΟΥ ΤΙΠΟΤΑΚΙ

» ΑΕΙ ΧΑΣΟΥ ΤΙΠΟΤΑΚΙ »

 

Κοντυλοφόνες ύαινες

κυνόεσσα αγέλη μισθοφόρων

το σώμα ενός λαού σκυλεύετε

ξεσκίζοντας τις σάρκες του πατριδοκάπηλοι

όσο όσο πουλώντας στα παζάρια

τον πατέρα και τη μάνα σας,

ανομήματα νιπτόμενοι ανώνυμων πηγών

π’ αναβλύζουν ψέμματα και καπηλεία

σε ποτάμια παραχαρακτών και κάλπικων ειδήσεων,

καθημερνή σας κολυμβήθρα

των μιαρών οπίσθιων μεταξωτών σας.

 

Βυσσοδομούσες ύαινες·

τα κοκαλά μας τρέφεστε το πρωί

κι ηδονικά το βράδυ αφοδεύετε

στους τάφους των νεκρών μας.

 

Ε Κ ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ

ΚΟΝΤΥΛΟΦΟΝΕΣ ΥΑΙΝΕΣ

» ΚΟΝΤΥΛΟΦΟΝΕΣ ΥΑΙΝΕΣ »

 

Κοντυλοφόνες ύαινες

κυνόεσσα αγέλη μισθοφόρων

το σώμα ενός λαού σκυλεύετε

ξεσκίζοντας τις σάρκες του πατριδοκάπηλοι

όσο όσο πουλώντας στα παζάρια

τον πατέρα και τη μάνα σας,

ανομήματα νιπτόμενοι ανώνυμων πηγών

π’ αναβλύζουν ψέμματα και καπηλεία

σε ποτάμια παραχαρακτών και κάλπικων ειδήσεων,

καθημερνή σας κολυμβήθρα

των μιαρών οπίσθιων μεταξωτών σας.

 

Βυσσοδομούσες ύαινες·

τα κοκαλά μας τρέφεστε το πρωί

κι ηδονικά το βράδυ αφοδεύετε

στους τάφους των νεκρών μας.

 

Ε Κ ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ